Η κυβέρνηση επαναφέρει τα θρησκευτικά ως κατήχηση

Πολιτική
20 Σεπ, 2019
Φωτογραφία: Ευρωκίνηση

Στο πλαίσιο των μητσοτακικών «θεαμάτων χωρίς άρτο» δεν θα μπορούσε να λείπει το μάθημα των θρησκευτικών. Έτσι, μία από τις πρώτες «πολιτικές» αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας επί κυβέρνησης ΝΔ κηρύσσει αντισυνταγματικά τα προγράμματα διδασκαλίας Θρησκευτικών όπως αυτά ορίσθηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση, τα οποία με τη σειρά τους διαμορφώθηκαν σε μια εκτενή χρονικά διαδικασία που εκκινεί από την υπουργία Άννας Διαμαντοπούλου και διατρέχει τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, και ΣΥΡΙΖΑ. Ο δημόσιος καυγάς για το μάθημα εξυπηρετεί και τα δύο κόμματα, αφού έτσι μπορούν να υποδυθούν τους ρόλους του «συντηρητικού» και του «προοδευτικού» αντίστοιχα, ακόμα και αν διατηρούν την ίδια, υπαγορευμένη έξωθεν, δημοσιονομική και φορολογική πολιτική.

Ο δημόσιος λόγος έχει εγκλωβισθεί σε ένα δίπολο «κατηχητικού» και «θρησκειολογικού» μαθήματος που πάσχει στο πραγματολογικό επίπεδο, αφού καμμιά από τις δύο εκδοχές του μαθήματος προ και μετά ΣΥΡΙΖΑ να μην είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Αν υπάρχει ένα όντως θέμα, αυτό ήταν η σχεδιασμένη αργόσυρτη μετάβαση του μαθήματος των θρησκευτικών σε ένα εντελώς νέο και θετικό μοντέλο διδασκαλίας, με πρωτοβουλία ομάδας θεολόγων καθηγητών δευτεροβάθμιας, απαρχή στην υπουργία Διαμαντοπούλου, περαιτέρω διαμόρφωση επί Σαμαρά και συνέχεια της επί ΠΑΣΟΚ-ΝΔ διαμορφωμένης προσπάθειας με έμφαση στο προοδευτικό πρόσημο από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Στο νέο μοντέλο π.χ., δεν υπήρχε ένα βιβλίο-δεδομένη διδακτέα ύλη, αλλά ένα πρόγραμμα σπουδών για τις γενικές κατευθύνσεις και ένα αρχιπέλαγο υλικού το οποίο ο εκπαιδευτικός μπορεί να αξιοποιήσει δημιουργικά επιλέγοντας σύμφωνα με τις ανάγκες της τάξης του: ένα τέτοιο μοντέλο δεν μπορούν ούτε καν να το ονειρευτούν τα υπόλοιπα μαθήματα του σχολείου. Όμως, η αλλαγή δεν αφορά την κατηγορία του μαθήματος, σε αντίθεση με το αφήγημα ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ: το προηγούμενο μάθημα ήταν ένα μη-κατηχητικό, ομολογιακό μάθημα με περιορισμένα στοιχεία θρησκειολογίας (κυρίως στη Β΄ Λυκείου), ακριβώς όπως και το καινούργιο μάθημα, το οποίο όμως χαρακτηρίζεται από μια γενναία απόπειρα φρεσκάδας και μια άλλη παιδαγωγική προσέγγιση.

Η απόφαση του ΣτΕ όμως δεν ανατρέπει απλώς το «μάθημα Γαβρόγλου»: όπως σωστά σημειώνει ο πρώην υπουργός, «καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974». Ουσιαστικά, το ΣτΕ εξαίφνης ορίζει πως το μάθημα πρέπει να είναι αμιγώς κατηχητικού χαρακτήρα, ούτε καν ομολογιακού, σε βαθμό ασύγκριτο με το περιεχόμενο του μαθήματος προ ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να ικανοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 περί υποχρέωσης της παιδείας προς ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεδομένου πως οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθρησκοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται στα μάτια του ΣτΕ πως σε μια τάξη θρησκευτικών υφίσταται μόνο ορθόδοξο ποίμνιο, η θρησκευτική συνείδηση του οποίου πρέπει να αναπτυχθεί από την παιδεία. Η απόφαση του ΣτΕ υπερβαίνει κατά πολύ την κυβερνητική εναλλαγή πολιτικών και όντως περιγράφει ένα μάθημα που δεν έχουμε δει για πολλές δεκαετίες.

Αν πάρουμε στα σοβαρά μια συζήτηση που λαμβάνει χώρα μόνο ως αντιπερισπασμός από την ταυτόσημη οικονομική πολιτική των δύο κομμάτων, τότε πρέπει να πούμε πως ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι ακριβώς η πρόβλεψη του Συντάγματος (16 παρ.2) για «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», η οποία σαφώς χρήζει αναθεώρησης, αν και δεν έχει συμπεριληφθεί στα αναθεωρητέα άρθρα της παρούσας αναθεωρητικής Βουλής. Κάθε συζήτηση περί του μαθήματος του θρησκευτικών είναι ανούσια και εξαπατά τους ακροατές της αν δε θέτει στο τραπέζι το κεντρικό ζήτημα: την αλλαγή του συνταγματικού άρθρου 16 παρ. 2 περί ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης — στο οποίο οι αντιδραστικοί διαρκώς βασίζονται, και το οποίο οι προοδευτικοί κάνουν ότι δεν βλέπουν. Χωρίς αυτήν την αναθεώρηση, η συζήτηση για «κατηχητικά», «ομολογιακά», «θρησκειολογικά» μαθήματα ή την κατάργησή τους είναι μετέωρη.

Αξιολογούμε την απόφαση του ΣτΕ ως οικτρή. Ως προς το ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών εν γένει, το ΜέΡΑ25:
(α) υπενθυμίζει διαρκώς πως αυτό είτε θα τεθεί στο συνταγματικό του πλαίσιο και στην ανάγκη αναθεώρησης εμφανώς παρωχημένων διατάξεων, είτε δεν έχει νόημα να τεθεί στα σοβαρά, (β) αναγνωρίζει πως το μάθημα όπως διαμορφώθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε μια βελτίωση από την προηγούμενη εκδοχή, κυρίως στο παιδαγωγικό επίπεδο, χωρίς όμως να συμφωνεί με το συνολικό πλαίσιο του μαθήματος των θρησκευτικών εν γένει, (γ) αναγνωρίζει πως το βασικότερο πρόβλημα στην παρούσα κατάσταση (μετά τον συνταγματικό νάρθηκα) δεν είναι τόσο πολύ το περιεχόμενο του διδακτικού υλικού καθ’ αυτό, αλλά το γεγονός πως η συγκαταβατικότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η ύπαρξη του μαθήματος παρέχει de facto λευκή επιταγή στον εκπαιδευτικό θεολόγο να προσδώσει στο μάθημα ό,τι αντικείμενο και περιεχόμενο θέλει, με αποτέλεσμα τη συχνή μεταμόρφωση του μαθήματος σε πλατφόρμα για τη «διδασκαλία» των, άσχετων με τη διδακτέα ύλη, ιδιωτικών δοξασιών και ιδεοληψιών του εκπαιδευτικού (κάτι που είναι σαφώς δυσκολότερο σε ένα μάθημα ιστορίας, γλώσσας, γεωγραφίας ή μαθηματικών!), στις προβληματικές περιπτώσεις όπου αυτός αντιλαμβάνεται έτσι το ρόλο του,
και (δ) σκέφτεται το εξής modus vivendi για τα χρόνια μέχρι την αναπόφευκτη αναθεώρηση μιας παρωχημένης συνταγματικής διάταξης: σήμερα, το μάθημα των θρησκευτικών εκτείνεται σε έναν προνομιακό και εντυπωσιακό αριθμό ετών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να προκύπτει καμμία τέτοια υποχρέωση από συνταγματικές δεσμεύσεις.

Το ΜέΡΑ25 θεωρεί πως μια καλή λύση θα ήταν η σύμπτυξή του σε δύο έτη προαιρετικού ομολογιακού μαθήματος στις δύο πρώτες τάξεις του γυμνασίου και ένα έτος προαιρετικής σπουδής της φύσης του φαινομένου των θρησκειών και της πολιτισμικής ιστορίας τους στο τρίτο έτος, χωρίς άλλη παρουσία μαθήματος σχετικού με την θρησκεία σε άλλα έτη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.