
Η νεολαία με βάση τον Εσωτερικό Κανονισμό που κατατέθηκε στην 3η Συνδιάσκεψή της συντονίζεται από το νέο Κεντρικό Συντονιστικό Συμβούλιο (ΚΣΣ) που αποτελείται από τα εξής πέντε (5) μέλη:
Αναστασίου Κωνσταντίνα
Γκαρτζώνη Γωγώ
Κλεάνθης Αντώνης
Τσαντόπουλος Σπύρος
Κείμενο πολιτικής στρατηγικής Νεολαίας ΜέΡΑ25
(3η Συνδιάσκεψη – 2025)
Διεθνείς εξελίξεις και άνοδος της Ακροδεξιάς
“Με τον καιρό να΄ναι κόντρα, είναι όντως τιμή να πετάς…
…για να μπορείς να συνεχίζεις, για να μπορείς να ονειρεύεσαι, για να μπορείς να γελάς”
Βιώνουμε πλέον το οριστικό τέλος του αφηγήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως “σπίτι των λαών” και εγγυήτρια δύναμη της διεθνούς ειρήνης. Εδώ και χρόνια, παρακολουθούμε τη σταδιακή αλλά σταθερή μετάλλαξη της σε μια πολεμική Ένωση εξοπλισμών, αυταρχισμού και νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της ιστορικής στροφής. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι οδηγούνται στη σφαγή στα χαρακώματα, ενώ εκατομμύρια άμαχοι έχουν ξεριζωθεί. Και όλα αυτά όχι για την «ελευθερία» ή την «ειρήνη», αλλά λόγω των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, με την ΕΕ να συναινεί σε έναν πόλεμο που διεξάγεται μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό, επενδύοντας σε εξοπλιστικά προγράμματα, στρατιωτική βοήθεια και τεχνητές “οικονομικές κυρώσεις” που στρέφονται τελικά ενάντια στους ίδιους τους λαούς της.
Παράλληλα, παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που διαπράττει το κράτος του Ισραήλ ενάντια στον Παλαιστινιακό λαό με τον αριθμό των επιβεβαιωμένων νεκρών να έχει ξεπεράσει τις 50.000 —στην πλειοψηφία τους παιδιά. Παρά την προσωρινή κατάπαυση του πυρός στις αρχές του έτους, το κράτος του Ισραήλ συνεχίζει τη γενοκτονία και τον αποκλεισμό της Γάζας από την ανθρωπιστική βοήθεια, μεθοδεύοντας μέσω της πείνας και των ελλείψεων την εξόντωση του Παλαιστινιακού λαού. Σε αυτό το πλαίσιο κι ενώ το Ισραήλ παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο, ΗΠΑ και ΕΕ δεν καταδικάζουν το κράτος τρομοκράτη και ανέχονται τη διακοπή παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα.
Και όμως, οι κυβερνήσεις της Δύσης δεν σιωπούν απλώς —συμμετέχουν ενεργά. Χρηματοδοτούν, στηρίζουν πολιτικά, καλύπτουν επικοινωνιακά αυτό το έγκλημα ενώ ταυτόχρονα ποινικοποιούν κάθε μορφή αλληλεγγύης προς τον Παλαιστινιακό λαό, όπως είδαμε τον περασμένο χρόνο σε πανεπιστήμια του εξωτερικού (π.χ.Columbia), αλλά και στην Νομική Σχολή της Αθήνας. Στη δική μας χώρα, η ελληνική κυβέρνηση, με τον πρωθυπουργό της να ανταλλάσσει χειραψίες και λόγια στήριξης με τον Νετανιάχου, έχει διαλέξει στρατόπεδο, κάτι το οποίο φαίνεται και από την προσπάθεια οικοδόμησης μιας πολυεπίπεδης κοινωνικής συναίνεσης υπερ του Κράτους-Δολοφόνου (π.χ. ΑΕΙ, DEFEA). Δεν είναι η ουδετερότητα, είναι η συνέργεια.
Την ίδια στιγμή, η παγκόσμια οικονομική σύγκρουση κλιμακώνεται, ως αποτέλεσμα των δασμών που επιβάλλουν οι ΗΠΑ στον υπόλοιπο κόσμο και κυρίως στην Κίνα. Αυτός ο οικονομικός πόλεμος έρχεται να προστεθεί στη συνεχιζόμενη πολιτική λιτότητας που βιώνουμε εδώ και χρόνια, για να διαλύσει και τις τελευταίες προσδοκίες κοινωνικής και οικονομικής προοπτικής. Η ακρίβεια, η εργασιακή επισφάλεια και η ενεργειακή φτώχεια είναι η νέα κανονικότητα για τους νέους ανθρώπους, που αισθανόμαστε καθημερινά να ασφυκτιούμε από την έλλειψη ουσιαστικής προοπτικής.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. βρήκαν μια ακόμα ευκαιρία: μέσα από το πρόγραμμα “ReArm Europe” επιλέγουν να αυξήσουν τα κέρδη των πολεμικών βιομηχανιών, να προσδέσουν ακόμα πιο σφιχτά τις οικονομίες τους στο άρμα του πολέμου που ηγείται η Αμερική και να συγκαλύψουν τις δικές τους ευθύνες στην υποθήκευση της ζωής μας. Συγκεκριμένα, 800 δισ. ευρώ θα διοχετευθούν σε εξοπλιστικά προγράμματα, πόροι που αφαιρούνται από τις κοινωνικές δαπάνες, από τα δημόσια συστήματα υγείας, από την παιδεία, την αξιοπρέπεια μας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο υποκρισίας, καταστολής και κοινωνικής διάλυσης, δεν είναι τυχαία η εκτόξευση της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο. Η πολιτική της Ε.Ε., που ντύνεται με τον μανδύα της “δημοκρατίας”, της “ειρήνης” και των “ανθρώπινων δικαιωμάτων” ενώ εξοπλίζει στρατούς, συνυπογράφει γενοκτονίες και τσακίζει ζωές, στρώνει το έδαφος για τις πιο σκοτεινές δυνάμεις του πολιτικού φάσματος. Η ακροδεξιά δεν εμφανίζεται σε ιστορικό και πολιτικό κενό. Τρέφεται από τις ίδιες τις πολιτικές των κυβερνήσεων της ΕΕ που νομιμοποιούν τη βία, τον ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Πιο συγκεκριμένα, τη χρονιά που πέρασε είδαμε να αποτυπώνεται σε ακόμα μία εκλογική αναμέτρηση η άνοδος αυτή της ακροδεξιάς τόσο σε εγχώριο και Ευρωπαϊκό, όσο και σε διεθνές επίπεδο με τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ. Στις Ευρωεκλογές ακροδεξιά κόμματα κατέγραψαν εντυπωσιακά ποσοστά σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Ιταλία ενώ στη Γερμανία το AfD εδραιώθηκε ως δεύτερη δύναμη. Η άνοδος της ακροδεξιάς σε διεθνές επίπεδο επηρεάζει την πολιτική ατζέντα, με επίκεντρο τα ανθρώπινα δικαιώματα και κανονικοποιεί την υιοθέτηση ακροδεξιάς ρητορικής από τις δυνάμεις του ακραίου κέντρου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Πολωνίας όπου η ακροδεξιά θέλει να ασκήσει έλεγχο στα σώματα των γυναικών στερώντας τους το δικαίωμα σε προσβάσιμη και ασφαλή άμβλωση.
Η ραγδαία επέλαση της ακροδεξιάς συνεχίζει, λοιπόν, σήμερα με τη συμμετοχή διαφορετικών εκφάνσεων της στο ελληνικό και ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, με τη διεκδίκηση κεντρικού ρόλου στην πολιτική σκηνή, αλλά και με την προσπάθεια ανασυγκρότησης τους στον δρόμο και παρουσίας τους στις γειτονιές, στα σχολεία, στα γήπεδα, σε κοινωνικούς και εργασιακούς χώρους, με φασιστικές φιέστες και ρατσιστικές επιθέσεις. Όλο αυτό το διάστημα, το αντιφασιστικό κίνημα στην Ελλάδα έχει καταφέρει να δείξει τα αντανακλαστικά και τη δύναμη του — η απειλή όμως παραμένει και δημιουργεί το καθήκον να εμποδίζουμε κάθε προσπάθεια νομιμοποίησης και κανονικοποίησης των ακροδεξιών πρακτικών σε κάθε πεδίο πολιτικής ή κοινωνικής δραστηριότητας, όσο παράλληλα αναγνωρίζουμε πως η μάχη ενάντια στον φασισμό δεν είναι μια αφηρημένη ηθική αντιπαράθεση, αλλά ζήτημα πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας.
Η ρίζα του φαινομένου είναι βαθιά πολιτική. Η παρατεταμένη οικονομική κρίση και η όξυνση των ανισοτήτων, η εργασιακή επισφάλεια και η ανεργία καθώς και οι μη αποτελεσματικές, απάνθρωπες Ευρωπαϊκές πολιτικές διαχείρισης του μεταναστευτικού/προσφυγικού ζητήματος έχουν εντείνει τον φόβο και την ανασφάλεια των πολιτών. Στη σκιά της αδυναμίας της αριστεράς να ανακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας και να αρθρώσει με πειστικό και συγκροτημένο τρόπο μία
εναλλακτική πολιτική πρόταση που να απαντά στα αδιέξοδα των πολλών , η ακροδεξιά αξιοποιεί τον φόβο και την κοινωνική δυσαρέσκεια για να παρουσιάσει έναν πολιτικό λόγο φαινομενικά “αντισυστημικό”, αλλά στην πραγματικότητα πλήρως εναρμονισμένο με τα συμφέροντα της ολιγαρχίας. Μέσα από τον εθνικιστικό λόγο και την επανανοηματαδότηση της παράδοσης ως εργαλείο κοινωνικού αποκλεισμού, την ξενοφοβία και την κατασκευή εσωτερικών εχθρών (μετανάστες, ΛΟΑΤΚΙ+, θηλυκότητες, συστημικά πολιτικά κόμματα), η ακροδεξιά συσκοτίζει τις πραγματικές αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας , κατευθύνοντας αυτή την αγανάκτηση προς τις πιο ευάλωτες ομάδες αντί των οικονομικών και πολιτικών ελίτ που ενορχηστρώνουν τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η απάντηση της αριστεράς δεν μπορεί να είναι αμυντική ή ηθικολογική· απαιτείται ανασυγκρότηση σε ταξική βάση και επαναδιεκδίκηση της εμπιστοσύνης και της πολιτικής εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων. Μια ριζοσπαστική, δυναμική, και συνεχής παρέμβαση εκεί όπου η ακροδεξιά επιχειρεί να εγκαθιδρύσει κοινωνικά ερείσματα: στις εργατογειτονιές, στους χώρους δουλειάς, στα πανεπιστήμια, στον δρόμο. Πάνω από όλα, όμως, χρειάζεται να αποκαλύψουμε τον πραγματικό ένοχο της κοινωνικής δυστυχίας: οι άνθρωποι δεν δυσκολεύονται να πληρώσουν το ρεύμα τους ή να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες επειδή δίπλα τους ζει ένας μετανάστης ή επειδή ένας συνάνθρωπός τους έχει διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα, αλλά επειδή οι κυβερνητικές πολιτικές, η νέα σκληρή λιτότητα και το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο υπηρετούν τις ελίτ και αναδιανέμουν τον πλούτο από τους πολλούς στους λίγους. Η μόνη ουσιαστική απάντηση στην ακροδεξιά είναι η έμπρακτη απόδειξη ότι υπάρχει διέξοδος: μια πολιτική πρόταση που όχι μόνο κατονομάζει τον πραγματικό υπαίτιο αλλά και καταθέτει άμεσες λύσεις για τη βελτίωση της ζωής των εργαζόμενων και της νεολαίας, δείχνοντας στην πράξη ότι η αριστερά δεν είναι απλώς ένας χώρος αντίστασης, αλλά ο μόνος δρόμος για την αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Ιδιωτικά πανεπιστήμια και διαγραφές
“Του πτυχίου τ’ αλισβερίσι
τον λαό πάει να χτυπήσει,
του πτυχίου τ’ αλισβερίσι
τον φτωχό θα γονατίσει.
Λάστιχο το Σύνταγμά τους
για τα κέρδη τ’ ακριβά τους,
μας κυκλώνει η αγορά, λεία ψάχνει και βορά.”
Το φοιτητικό κίνημα στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της αντίστασης ενάντια στις νεοφιλελεύθερες και αυταρχικές κυβερνητικές πολιτικές που διαλύουν το ήδη απαξιωμένο δημόσιο πανεπιστήμιο. Με εφαλτήριο τη μάχη ενάντια στην ίδρυση της πανεπιστημιακής αστυνομίας όπου το φοιτητικό κίνημα πέτυχε να μπλοκάρει την εφαρμογή του νόμου, οι φοιτητές/τριες τη χρονιά που πέρασε, προχώρησαν σε δυναμικές κινητοποιήσεις κατά της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η μάχη αυτή, πέρα από το εκπαιδευτικό της διακύβευμα, ήταν μια ευρύτερη πολιτική σύγκρουση ενάντια στην επιβολή ενός κοινωνικού μοντέλου όπου η γνώση δεν αποτελεί δικαίωμα όλων αλλά εμπόρευμα και όπου η ταξική θέση καθορίζει όχι μόνο την πρόσβαση στην εκπαίδευση (όπως με την κατάπτυστη Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής) αλλά και το ίδιο το μέλλον των νέων ανθρώπων. Οι μάχες του φοιτητικού κινήματος αποτέλεσαν επίσης μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης για χιλιάδες νέους και νέες που, μέχρι πρότινος, παρέμεναν εγκλωβισμένοι στο κυρίαρχο αφήγημα του ατομικού δρόμου και μιας ψευδεπίγραφης αποστειρωμένης αριστείας. Η εμπειρία των συλλογικών διαδικασιών, των καταλήψεων, των συνελεύσεων και των συγκρούσεων με τον κρατικό αυταρχισμό λειτούργησε ως ρωγμή στην παθητική αποδοχή της ιδεολογίας της αγοράς, διαμορφώνοντας ένα νέο συλλογικό υποκείμενο που κατανοεί πως η προοπτική της αξιοπρέπειας, της προόδου και της κοινωνικής αλλαγής δεν μπορεί να είναι ατομική υπόθεση, αλλά ζήτημα συλλογικής διεκδίκησης και αγώνα.
Σε αυτήν τη διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης και επανενεργοποίησης των φοιτητ(ρι)ών, κομβικό ρόλο έχουν διαδραματίσει — θετικά ή αρνητικά — οι οργανωμένες πολιτικές .δυνάμεις εντός των σχολών. Από τη μία, οι συστημικές φοιτητικές παρατάξεις (ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, ΠΑΣΠ) λειτουργούν ως φερέφωνα των κομμάτων τους και σε συνδυασμό με το πελατειακό σύστημα που έχουν δημιουργήσει σε συνεργασία με φίλα προσκείμενες/ους καθηγήτριες/τές και την άνοδο του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού, προκαλούν την όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση των φοιτητ(ρι)ών από τις διαδικασίες των Φοιτητικών Συλλόγων και γενικότερα από κάθε μορφή πολιτικοποίησης. Από την άλλη, μια σειρά από πολιτικές δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς έχουν αγωνιστεί -παρά τις παθογένειες τους- να προσφέρουν τα δικά τους χαρακτηριστικά στην καθημερινότητα του Πανεπιστημίου και έχουν πρωτοστατήσει στο κίνημα κατά των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων και των διαγραφών φοιτητ(ρι)ών. Ωστόσο, αυτή η νέα δυναμική που γεννήθηκε στους δρόμους και τις συνελεύσεις δεν είναι δεδομένη. Ο κατακερματισμός των αγωνιστικών δυνάμεων και οι ηγεμονικές νοοτροπίες εντός του κινήματος, απειλούν να ανακόψουν τη μετασχηματιστική της προοπτική, καλλιεργώντας αποστροφή προς τις συλλογικές διεργασίες και προς το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από τον ρόλο που διαδραματίζουν αυτές εντός των σχολών. Έτσι, η φοιτητική αριστερά αδυνατεί να ορθώσει ένα μέτωπο αντίστασης στην απόπειρα αποδιάρθρωσης του φοιτητικού συνδικαλισμού – την ίδια στιγμή που το θεσμικό και ιδεολογικό οπλοστάσιο του νεοφιλελευθερισμού, επιτίθεται συντονισμένα στα μορφωτικά, κοινωνικά και επαγγελματικά μας δικαιώματα.
Η νέα μάχη λοιπόν που έχουμε μπροστά μας είναι διπλή. Αφενός, δεν πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος που ψήφισε η Νέα Δημοκρατία για τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ο οποίος οδηγεί σε πτυχία πολλαπλών ταχυτήτων, άρα και σε συνολική υποβάθμιση του επιπέδου των σπουδών μας, εδραιώνοντας έναν ακαδημαϊκό και εργασιακό κατακερματισμό που θα εντείνει τις ταξικές ανισότητες. Αφετέρου, πρέπει να μείνουν στα χαρτιά οι διακηρύξεις της κυβέρνησης για διαγραφή πάνω από 300.000 «αιώνιων» φοιτητ(ρι)ών, γεγονός το οποίο παράγει πολλαπλά κοινωνικά αποτελέσματα, καθώς χιλιάδες νέοι και νέες αποκόπτονται βίαια από την πρόσβαση στη γνώση και τα συλλογικά εργαλεία χειραφέτησης. Το διακύβευμα, όμως, δεν περιορίζεται μόνο σε θεσμικό επίπεδο. Η μάχη ενάντια στην εκπαιδευτική απορρύθμιση είναι ταυτόχρονα μάχη ενάντια στην ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, που προωθεί την ατομική ανέλιξη ως υποκατάστατο της κοινωνικής δικαιοσύνης και αντιπαραθέτει τη γνώση και τις δεξιότητες με τους συλλογικούς αγώνες.
Η ανατροπή αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας προϋποθέτει όχι μόνο την άρνηση του κυρίαρχου αφηγήματος, αλλά και την οικοδόμηση μιας νέας προοπτικής, όπου η πνευματική και γνωστική ανάπτυξη δεν θα λειτουργούν ως μέσα ατομικής διάκρισης αλλά ως διαδικασία αφύπνισης που ανατροφοδοτεί τις συλλογικές διεκδικήσεις. Οφείλουμε να διαμορφώσουμε έναν νέο τρόπο σκέψης, όπου οι αγώνες για μια καλύτερη ζωή δεν θα αποκόπτονται από την καλλιέργεια της σκέψης και η ανάπτυξη των δεξιοτήτων δεν θα είναι όχημα για ατομικό ανταγωνισμό, αλλά εργαλείο για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, της εξέλιξης και της συλλογικής ευημερίας. Αυτή είναι η πραγματική κορύφωση της μάχης που καλούμαστε να δώσουμε: να σπάσουμε την ηγεμονική αντίληψη ότι ο μόνος δρόμος για την επιτυχία είναι η αποδοχή της νεοφιλελεύθερης κανονικότητας και να ξαναχτίσουμε έναν χώρο γνώσης, αγώνα και συλλογικής αξιοπρέπειας.
Οφείλουμε να αγωνιστούμε για την ανασυγκρότηση ενός πραγματικά δημόσιου πανεπιστημίου απαλλαγμένου από τις αλυσίδες του αυταρχισμού και της αγοράς. Οφείλουμε να αγωνιστούμε για το πανεπιστήμιο που οραματιζόμαστε.
- Ένα πανεπιστήμιο — χώρο ενασχόλησης με τις επιστήμες που επιλέγουμε σύμφωνα με τα προσωπικά ενδιαφέροντα και τα όνειρα μας.
- Ένα πανεπιστήμιο — πεδίο έρευνας, ανεξάρτητης από τον στρατό και την αγορά. Πεδίο έρευνας που απαντάει στις κοινωνικές ανάγκες, ακόμα κι αν οι απαντήσεις που δίνει συγκρούονται με τα συμφέροντα επιχειρηματικών ομίλων.
- Ένα πανεπιστήμιο — μοχλό κοινωνικής κινητικότητας και ίσων ευκαιριών.
- Ένα πανεπιστήμιο — χώρο διακίνησης ιδεών και πρακτικών και πεδίο πολιτικής δράσης και αντίστασης ενάντια σε κάθε καταπίεση και εκμετάλλευση.
- Ένα πανεπιστήμιο — χώρο διαμόρφωσης και νοηματοδότησης νέων μορφών παρέμβασης και συνδικαλισμού.
Συνθήκες διαβίωσης
“Ό,τι και αν κάνουμε για τα προς το ζην
όλοι ιδρώνουμε κάτω απ’ τον Ήλιο…
Ένας υπάλληλος σε μια αποθήκη που
παλεύει συνέχεια μη γίνει ρουφιάνος
Ένας πακετάς που μιλάει στη δικιά του
με το κινητό σφηνωμένο στο κράνος
Μια γραμματέας που φοβάται να είναι όμορφη
Κι ένας ανήλικος νταλαβερτζής
που τον παίρνεις τηλέφωνο και σ’ ένα εικοσάλεπτο
σου φέρνει στο σπίτι σου ό,τι θέλεις να πιεις”
Οι νέες και οι νέοι στην Ελλάδα σήμερα αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε. Η πραγματικότητα όπως αυτή διαμορφώνεται λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών σε ό,τι αφορά την εργασία, το εισόδημα, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και το περιβάλλον συντελούν στην ολοένα εντεινόμενη ανασφάλεια και το αίσθημα αδιεξόδου για την πλειονότητα των νέων ανθρώπων.
Συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μερική απασχόληση, ανασφάλιστη και υποαμειβόμενη εργασία αποτελούν τη νέα κανονικότητα για όσες και όσους κατορθώνουν να εργαστούν ενώ τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν στα ύψη. Νέοι και νέες προσπαθούν να ζήσουν βασιζόμενοι και βασιζόμενες στην εποχική εργασία μέσα στις άθλιες κι εκμεταλλευτικές εργασιακές συνθήκες της τουριστικής “σεζόν”. Νέες και νέοι με πτυχία βρίσκονται σε θέσεις εργασίας, ως επί το πλείστον μη παραγωγικές, χωρίς τη δυνατότητα αξιοποίησης των δεξιοτήτων τους ή προοπτικές ανέλιξης. Ελαστικές σχέσεις εργασίας, όπου η εργοδοτική αυθαιρεσία γίνεται νόμος επιβάλλοντας εξαντλητικά ωράρια και χαμηλούς μισθούς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εκρηκτική αύξηση των “gig jobs” (εργασία μέσω ψηφιακών πλατφορμών), που
παγιώνουν ένα νέο εργασιακό υποκείμενο: το πρεκαριάτο. Ένα κοινωνικό στρώμα εγκλωβισμένο στην επισφάλεια, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς συλλογική εκπροσώπηση, χωρίς σταθερό εισόδημα και με απόλυτη ατομική ευθύνη για την επιβίωση του. Η ευέλικτη εργασία που επιβλήθηκε ως πανάκεια από την αγορά θέτει τα θεμέλια για μια οικονομία χαμηλού κόστους εργασίας και υψηλής κερδοφορίας για την ολιγαρχία, όπου το καθεστώς εργασιακής απορρύθμισης και εκμετάλλευσης βαφτίζεται “ευελιξία” και η ανέχεια παρουσιάζεται ως “κίνητρο για προσπάθεια”.
Η οικονομική πραγματικότητα που διαμορφώνεται για τη νεολαία στην Ελλάδα του 2025 δεν αφήνει περιθώρια αυταπατών. Οι μισθοί και οι προοπτικές για το μέλλον μας παραμένουν στάσιμα, τη στιγμή που τα ενοίκια και ο πληθωρισμός ολοένα και αυξάνονται. Η ανεξέλεγκτη άνοδος των ενοικίων, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο αλλά αποτέλεσμα των πολιτικών που μετέτρεψαν τη στέγη σε επενδυτικό προϊόν. Από την πλήρη απελευθέρωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb) μέχρι την αναγκαστική αστικοποίηση, τους πλειστηριασμούς και την ανεξέλεγκτη δραστηριοποίηση των εταιρειών real estate που αγοράζουν μαζικά ακίνητα εκτοπίζοντας τους μόνιμους κατοίκους, η στεγαστική κρίση είναι η απόδειξη ότι η “ανάπτυξη” που ευαγγελίζονται οι κυβερνήσεις έχει ως προϋπόθεση τον αποκλεισμό των πολλών.
Η πολιτική της εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης των κοινωνικών αγαθών δεν περιορίζεται στη στέγαση. Η ακρίβεια στις τιμές της ενέργειας (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, καύσιμα), των μεταφορών καθώς και των ειδών πρώτης ανάγκης έχουν οδηγήσει σε μια συνθήκη όπου το να καλύψει κανείς τις βασικές του ανάγκες απαιτεί όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του. Παράλληλα, η μεθοδευμένη κυβερνητική εγκατάλειψη και απαξίωση του δημόσιου συστήματος υγείας, η ανασφάλιστη εργασία και η οικονομική ανέχεια έχουν ως αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι νέοι και νέες να βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό από την υγειονομική περίθαλψη.
Το μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν στηρίζεται βέβαια μόνο στην ανθρώπινη εκμετάλλευση αλλά και στην υπεράντληση των φυσικών πόρων. Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εταιρειών εξόρυξης ορυκτών καυσίμων έχει συντελέσει σε μια ανεξέλεγκτη κλιματική κρίση, για την οποία οι κυβερνήσεις δεν κάνουν στην ουσία τίποτα για να αντιμετωπίσουν, καθώς προτεραιοποιούν το κέρδος και αδιαφορούν για οτιδήποτε άλλο. Παράλληλα, τα ολοένα και εντονότερα καιρικά φαινόμενα συναντούν έναν κρατικό μηχανισμό ανίκανο και απρόθυμο να παρέμβει ώστε να αποτρέψει τον αντίκτυπο τους. Μια απροθυμία και ανικανότητα που δεν είναι ούτε γενική, ούτε αναπόδραστη, αλλά αντίθετα αποτελεί πολιτική επιλογή που αναπαράγει τις σημερινές κοινωνικές και ταξικές ανισότητες. Αυτό που συμβαίνει καθ’όλη τη διάρκεια του χρόνου (πλημμύρες στη Θεσσαλία, πυρκαγιές στην Αθήνα) δεν είναι φυσική καταστροφή, δεν είναι θεομηνία, είναι πολιτικό γεγονός με κρατικές και κυβερνητικές ευθύνες. Και αυτή η υποβάθμιση και η περιβαλλοντική καταστροφή επηρεάζουν φυσικά την ποιότητα ζωής μας, τη δυνατότητα πρόσβασης
στην καθαρή ενέργεια και τροφή αλλά και τη βιώσιμη ανάπτυξη του τόπου μεθοδεύοντας την ερημοποίηση και πλήρη εγκατάλειψη της επαρχίας.
Μέσα σε αυτή τη μη βιώσιμη συνθήκη διαρκούς ανασφάλειας, βλέπουμε τα ποσοστά των ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών (κρίσεις πανικού, άγχος, κατάθλιψη), των αυτοάνοσων νοσημάτων και των κάθε είδους εξαρτήσεων (ουσίες, τυχερά παιχνίδια, διαδίκτυο) να αυξάνονται κατακόρυφα στο νεανικό πληθυσμό.
Παράλληλα, η μετανάστευση για ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο δεν αποτελεί μία ελεύθερη επιλογή, αλλά αναγκαιότητα για όλο και περισσότερους νέους ανθρώπους. Το ελληνικό κράτος, αντί να δημιουργεί όρους που θα μας επιτρέπουν να ζούμε με αξιοπρέπεια στον τόπο μας, ενθαρρύνει την ερημοποίηση της χώρας, βλέποντάς την ως βαλβίδα εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Οι μνημονιακές πολιτικές που επιβλήθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα οδήγησαν εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες στη μετανάστευση κυρίως στη βορειοδυτική Ευρώπη προς ανεύρεση εργασίας στερώντας από τη χώρα το πιο παραγωγικό κομμάτι της.
Σήμερα, μετά από 15 χρόνια, η οικονομική κρίση δεν υφίσταται μόνο στην Ελλάδα, αλλά έχει εκδηλωθεί με μεγάλη ένταση και στο κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως συνέβη και στην Ελλάδα πλέον και εκεί υπάρχουν χαμηλές επενδύσεις δημόσιες και ιδιωτικές με αποτέλεσμα να μην δημιουργούνται πολλές θέσεις εργασίας ή αυτές που δημιουργούνται να είναι χαμηλής εξειδίκευσης με χαμηλό μισθό για τα επίπεδα αυτών των οικονομιών. Κι εκεί υπάρχουν υψηλά ενοίκια και πληθωρισμός σε βασικά αγαθά και εκεί υπάρχουν περικοπές σε δημόσιες υποδομές (υγεία, παιδεία, μεταφορές) λόγω της λιτότητας με αποτέλεσμα την όξυνση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και την πολιτική κρίση. Όσο αυτές οι πολιτικές εντείνονται, ένας νέος άνθρωπος από την Ελλάδα είναι πιθανό να είναι πλέον εγκλωβισμένος μεταξύ μιας οικονομικά εξαρτημένης Ελλάδας και μιας Ευρώπης που βρίσκεται σε συνεχή κρίση και παρακμή δίνοντας του όλο και λιγότερα περιθώρια επιλογών.
Ύστερα από 15 χρόνια αυτή της εξόδου νέων, η Ελλάδα, σε απόλυτους αριθμούς εξόδου μεταναστ(ρι)ών (αλλά και αναλογικά) συνεχίζει να βρίσκεται ανάμεσα στις κορυφαίες στον κόσμο. Ενώ βλέπουμε και μετανάστ(ρι)ες από τρίτες χώρες να εγκαταλείπουν την Ελλάδα. Καμία συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, για τη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, για την παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανασυγκρότηση της χώρας, δεν μπορεί να μην ξεκινά με την αναγνώριση αυτής της ερημοποίησης της χώρας και των συνεπειών που έχει στον κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό, και παραγωγικό της ιστό. Οι νέες γενιές που έφυγαν και φεύγουν, αποτελούν το πιο δυναμικό και παραγωγικό κομμάτι μας, είναι οι συμφοιτητές μας, οι συναδέλφισσες, οι σύντροφοί μας. Όσοι και όσες μένουμε πίσω, ζούμε σε μια κοινωνία πιο φτωχή, πιο συντηρητική, λιγότερο ζωντανή, λιγότερο βιώσιμη.
Η απάντηση σε αυτήν την κατάσταση δεν μπορεί να είναι η απλή διαμαρτυρία/ καταγγελία. Εμείς, οι “αναλώσιμοι” της αγοράς, έχουμε χρέος να απαιτήσουμε τη συγκρότηση μιας πολιτικής πρότασης που θα βάζει στο στόχαστρο όχι μόνο τις επιμέρους εκφάνσεις της κρίσης διαβίωσης, αλλά το ίδιο το οικονομικό και πολιτικό μοντέλο που τη συντηρεί. Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν μπορούμε να “προσαρμοστούμε” σε αυτές τις συνθήκες, αλλά πώς θα τις ανατρέψουμε.
Τέμπη
“Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ν’ ανταμώνω
Θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω”
Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν δυστύχημα αλλά το πιο αποκαλυπτικό έγκλημα της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος και της διαχρονικής υποβάθμισης και εμπορευματοποίησης των δημόσιων υποδομών και μεταφορών. Το γεγονός ότι το κράτος και οι ιδιωτικές εταιρείες που επωφελήθηκαν από την αποσύνθεση του ενιαίου σιδηροδρόμου συνεχίζουν να προσπαθούν να “διαχειριστούν” το ζήτημα και να σβήσουν τις πολιτικές του προεκτάσεις, δεν είναι απλώς συγκάλυψη· είναι η απόδειξη ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί ούτε να παραδεχτεί τις δομικές του αποτυχίες ούτε να λειτουργήσει διαφορετικά. Παρά τη συνεχή προπαγάνδα, η κοινωνία δεν αποδέχεται αυτή τη λήθη. Αντιθέτως, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, ένα πλατύ κοινωνικό μέτωπο –πολλοί άνθρωποι που δεν είχαν βγει ποτέ ξανά στον δρόμο – αναμετράται με το πολιτικό σύστημα, απαιτεί δικαιοσύνη και αντιλαμβάνεται, ότι η ζωή δεν μπορεί να μπαίνει στη ζυγαριά του κέρδους. Αυτό το κοινωνικό ρεύμα δεν μπορεί να συναντήσει μια αριστερά που ασθμαίνει να το καταλάβει, που στέκεται αμήχανα απέναντι του ή που το αντιμετωπίζει σαν μια ακόμα ευκαιρία για εκλογική καταγραφή. Αντιθέτως, υπάρχει η λαϊκή απαίτηση για ένα πολιτικό ρεύμα που θα πολιτικοποιήσει τα αιτήματα αυτής της αναδυόμενης κοινωνικής αντιπολίτευσης, όχι μέσα από λογικές αδιαμεσολάβητης θολής ανάθεσης αλλά μέσα από την ίδια τη διαδικασία ζύμωσης και συμμετοχής. Γιατί η πραγματική αντισυστημικότητα δεν προέρχεται από κάποιον/α “εκφραστή” που διεκδικεί ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ κοινωνίας και εξουσίας, χωρίς ρίζες και χωρίς προγραμματική συγκρότηση· αντιθέτως, γεννιέται μέσα στην ίδια την κοινωνία, στις δομές αυτοοργάνωσης, στις λαϊκές συνελεύσεις, στις απεργίες, στις συλλογικές διεκδικήσεις που παράγουν πολιτικά υποκείμενα και όχι ακόλουθους.
Απέναντι σε αυτή τη συγκυρία, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν κάποιοι επιχειρούν να καβαλήσουν το άρμα του “αντισυστημισμού” για να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τη λαϊκή οργή. Το ερώτημα είναι αν θα αφήσουμε την κοινωνία να αναζητήσει “εύκολες” λύσεις, ή θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, ριζώνοντας μέσα της, συνδέοντας τον αγώνα για δικαιοσύνη με τον συνολικό αγώνα ενάντια στις πολιτικές που γεννούν τέτοιες τραγωδίες και με τη δημιουργία προοπτικής για το μέλλον. Γιατί ο αγώνας δεν είναι μόνο να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι – όσο αναγκαίο κι αν είναι αυτό. Ο αγώνας είναι να οικοδομηθεί ένα κοινωνικό μπλοκ που θα μπορεί να ανατρέψει την ίδια τη λογική που βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του συστήματος. Και αυτό το μπλοκ δεν θα το φτιάξουν ούτε προσωρινές “αντισυστημικές” ηγεσίες ούτε ευκαιριακοί αυτόκλητοι εκπρόσωποι· θα το φτιάξει η ίδια η κοινωνία.
Το έγκλημα των Τεμπών αποτελεί βασική και δομική τομή στην ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και η Αριστερά έχει καθήκον να προχωρήσει χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς μιζέρια. Να είναι ανοιχτή, συμμετοχική, κι ενωτική. Να συνδιαμορφώσει τις εναλλακτικές στο κυρίαρχο αφήγημα και το πώς μπορούν να εφαρμοστούν. Να προβάλλει το πώς μπορούμε να ξηλώσουμε το σαθρό διεφθαρμένο μνημονιακό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που οδήγησε στο έγκλημα των Τεμπών και να αντιπαραβάλει την ανάγκη για μια ριζοσπαστική ανοικοδόμηση της χώρας και της κοινωνίας μας.
Πως προχωράμε;
“Το μέλλον δε θα ‘ρθει από
μονάχο του, έτσι νέτο σκέτο,
αν δεν πάρουμε μέτρα κι
εμείς.
Από τα βράγχια, κομσομόλε,
άρπαξε το!”
Η ιστορική στιγμή που διανύουμε δεν επιτρέπει την ύπαρξη άμορφων, πολιτικά ασαφών και ιδεολογικά απονευρωμένων νεολαιών. Σε μια εποχή όπου ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποτελεί μόνο οικονομικό δόγμα, αλλά μια ολιστική στρατηγική διαμόρφωσης συνειδήσεων και πρακτικών, η νεολαία που θέλει να αποτελεί παράγοντα μετασχηματισμού δεν μπορεί να αναπαράγει λογικές παθητικής ένταξης ή αφηρημένης διαμαρτυρίας. Χρειαζόμαστε μια νεολαία πολιτικά συγκροτημένη, ιδεολογικά στοιχειοθετημένη, ιστορικά συνειδητή, που θα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως οργανικό κομμάτι των κοινωνικών αντιστάσεων και όχι ως απλή υποσημείωση στις διεργασίες του κόμματος. Δεν χρειαζόμαστε ένα άθροισμα άμορφων πολιτικών προθέσεων αλλά μια νεολαία που θα λειτουργεί ως διανοητικό και πολιτικό εργαστήρι, εμβαθύνοντας στις διαιρετικές τομές της κοινωνίας και κατανοώντας ότι η ιδεολογική αντιπαράθεση είναι η ίδια η μάχη για την ηγεμονία μέσα στην κοινωνία – μια μάχη που διεξάγεται στο πεδίο των νοημάτων, των αξιών και των υλικών όρων της ζωής.
Δεν θέλουμε μια φοβική, αμυντική, εσωστρεφή νεολαία, εγκλωβισμένη σε έναν αυτοαναφορικό λόγο. Θέλουμε μια νεολαία που θα είναι ριζικά ανοιχτή, παρούσα στην τομή των κοινωνικών κινημάτων, της επιστημονικής έρευνας, της καλλιτεχνικής παραγωγής και της πολιτισμικής πρωτοπορίας. Μια νεολαία που δεν θα φοβάται να μιλήσει σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, που δεν θα αντιμετωπίζει την ιδεολογία ως κάτι εξωτερικό από την κοινωνική ζωή, αλλά θα αναγνωρίζει ότι κάθε καθημερινή επιλογή, κάθε πολιτισμική αναπαράσταση, κάθε φαινομενικά “απολίτικη” στάση, αποτελεί αντανάκλαση και προβολή μιας βαθύτερης ιδεολογικής σύγκρουσης. Και, κυρίως, μια νεολαία που δεν θα αρκείται σε λόγια, αλλά θα μετουσιώνει την πολιτική και ιδεολογική της συγκρότηση σε υλικές παρεμβάσεις, σε κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, σε πολιτική ηγεμονία.
Η ιστορία δεν γράφεται από αφηρημένες πολιτικές τοποθετήσεις· γράφεται από πολιτικά υποκείμενα με σαφείς δομές, στρατηγική και οργανωτική συνέχεια. Η πολιτική συγκρότηση της Νεολαίας δεν μπορεί να παραμένει σε επίπεδο προθέσεων. Απαιτείται μια στιβαρή οργανωτική δομή που να μπορεί να παράγει πολιτική, να παρεμβαίνει, να συγκροτεί και να εμπλέκει νέα μέλη στη διαδικασία της πολιτικής πρακτικής.
- Προτείνουμε την εξασφάλιση εκπροσώπησης της εκτός Αθηνών νεολαίας στο ΚΣΣ, ώστε να εξασφαλίσουμε ότι η Νεολαία δεν είναι αθηνοκεντρική.
- Εντατικοποιούμε τις εξορμήσεις και τη δημιουργία πυρήνων νεολαίας σε κάθε πόλη και επαρχιακό κέντρο, ώστε να
συγκροτήσουμε μια πραγματικά πανελλαδική δύναμη. Δεν χτίζουμε “γραφεία” και τυπικές οργανώσεις, αλλά δομές που πατάνε στην κοινωνική πραγματικότητα, που οργανώνουν την παρέμβαση στους χώρους δουλειάς, στις σχολές, στα τοπικά κινήματα. - Συμμετέχουμε ενεργά στα συνδικάτα, στους συλλόγους, στις κοινωνικές αντιστάσεις, στις πρωτοβουλίες γειτονιάς, στα κοινωνικά κινήματα, ώστε η Νεολαία να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αλληλεπιδρά με την κοινωνία και δεν θα αποτελεί απλά μια “κομματική νεολαία”, αποκομμένη από τις πραγματικές διεργασίες των κινημάτων.
Καμία πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να αποκτήσει υλική υπόσταση αν δεν συγκροτήσει ισχυρούς εσωτερικούς δεσμούς αλληλεγγύης, εμπιστοσύνης, συλλογικότητας. Μια νεολαία που απλώς συζητά αλλά δεν ζει μαζί, δεν αποκτά κοινή εμπειρία, δεν συγκροτείται και συνειδησιακά ως κοινότητα, είναι καταδικασμένη να παραμείνει ένα στεγνό πολιτικό εγχείρημα. Γι’ αυτό, προχωράμε:
- Στη διοργάνωση καλοκαιρινού κάμπινγκ, όχι μόνο ως “εκδρομική” διαδικασία, αλλά ως κρίσιμο χώρο πολιτικής και πολιτιστικής ζύμωσης, παραγωγής πολιτικής και οικοδόμησης συντροφικών σχέσεων.
- Στη δημιουργία φεστιβάλ, όχι μόνο ως μια εναλλακτική μορφή ψυχαγωγίας, αλλά ως μια κεντρική πολιτική και πολιτιστική αναμέτρηση με την κυρίαρχη ιδεολογία, ως ένα εργαλείο διείσδυσης της νεολαίας στην κοινωνία.
- Στη διασύνδεση με μετωπικά εγχειρήματα, στέκια, κοινωνικούς χώρους, ώστε να μην είμαστε μια Νεολαία που απλώς επικοινωνεί τις απόψεις της, αλλά μια νεολαία που παράγει πραγματικό χώρο πολιτικής και κοινωνικής ζύμωσης.
Η Νεολαία δεν μπορεί να είναι μια παθητική δεξαμενή μελλοντικών κομματικών στελεχών, ούτε ένας άτυπος “δορυφόρος” του κόμματος. Αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με το κόμμα ως οργανική, αλλά όχι ιεραρχική· ως αμφίδρομη, αλλά όχι ετεροκαθορισμένη.
Διαμορφώνουμε τη δική μας πολιτική παραγωγή, δεν αρκούμαστε στο να αναπαράγουμε τις θέσεις του κόμματος. Η Νεολαία πρέπει να είναι πολιτικά αυτόνομη, να προηγείται, να συγκρούεται, να καινοτομεί, να επιβάλλει πολιτικές ατζέντες, να είναι ο μηχανισμός ριζοσπαστικοποίησης του κόμματος και όχι το αντίστροφο.
Προχωράμε σε δράσεις, καμπάνιες, και επεξεργασίες για τα βασικότερα ζητήματα που απασχολούν τις γενιές μας και επιχειρούμε να απαντήσουμε από κάθε πτυχή σε ερωτήματα όπως:
- Πώς θα προστατέψουμε τον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου μας;
- Τί θα κάνουμε απέναντι στην έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες;
- Τί πρέπει να αλλάξει στην εποχική εργασία;
- Πώς θα ξανακερδίσουμε το δικαίωμα στις διακοπές και τον ελεύθερο χρόνο;
- Πώς θα άρουμε τους αποκλεισμούς από τους δημόσιους χώρους;
- Πώς δεν θα καιγόμαστε το καλοκαίρι και δεν θα πλημμυρίζουμε τον χειμώνα;
- Πώς θα συνδράμουμε στην ανάπτυξη ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος;
- Πώς θα βοηθήσουμε στη συμπερίληψη και την ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων;
- Πώς θα αγωνιστούμε για να ξαναγίνουν προσβάσιμα τα δημόσια αγαθά και ασφαλείς οι δημόσιες υποδομές;
- Πώς μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας βιώσιμη;
Η Νεολαία που χτίζουμε δεν είναι μια Νεολαία που περιμένει τις εξελίξεις. Είναι μια Νεολαία που τις διαμορφώνει. Δεν είναι μια Νεολαία που αναπαράγει πολιτικές γραμμές. Είναι μια Νεολαία που τις παράγει. Δεν είναι μια Νεολαία που ακολουθεί. Είναι μια Νεολαία που συγκρούεται, διεκδικεί, ανοίγει δρόμους. Αυτό είναι το ιστορικό μας στοίχημα. Και το αναλαμβάνουμε.
Προχωράμε δυναμικά με Αναστοχασμό και Ανασύνταξη για την Αντεπίθεση!
Το Περιοδικό της Νεολαίας ΜέΡΑ25:
Alternativvoll – μία πραγματικότητα γεμάτη εναλλακτικές
Η απάντηση στην κατάσταση που περιγράφουμε δεν μπορεί να είναι η απλή διαμαρτυρία. Εμείς, οι “αναλώσιμοι” της αγοράς, έχουμε χρέος να απαιτήσουμε τη συγκρότηση μιας πολιτικής πρότασης που θα βάζει στο στόχαστρο όχι μόνο τις επιμέρους εκφάνσεις των κρίσεων που βιώνουμε αλλά το ίδιο το οικονομικό και πολιτικό μοντέλο που τις συντηρεί.
Γιατι το ζήτημα δεν είναι αν μπορούμε να “προσαρμοστούμε” σε αυτές τις συνθήκες, αλλά το πώς θα τις ανατρέψουμε. Το ζήτημα είναι, απέναντι στο δόγμα TINA (There Is No Alternative), να πιστέψουμε και πάλι πως όλα μπορούν να είναι αλλιώς. Απέναντι στο Alternativlos, τον νεολογισμό της Άνγκελα Μέρκελ που περιέγραφε τις πολιτικές λιτότητας ως μοναδική λύση “χωρίς εναλλακτική”, να οικοδομήσουμε όλες και όλοι μαζί το Alternativvoll — μία πραγματικότητα γεμάτη εναλλακτικές.
- Alternativvoll: Τεύχος #0

