Ελεύθερη αγορά: gig economy και ευέλικτες μορφές εργασίας

Αρθρογραφία
15 Ιαν, 2020

Αν αποδεχθούμε την άποψη ότι ο καπιταλισμός είναι το ¨χειρότερο σύστημα αν εξαιρέσουμε όλα τα υπόλοιπα, τότε δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη διαχρονική ικανότητα που έχει να μεταβάλλεται και να προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στις ανάγκες και στις απαιτήσεις κάθε εποχής. Αυτό είναι και ένα από τα βασικά του όπλα στην πορεία ¨εξέλιξής¨ του για να ανοίγει νέους δρόμους στην επιβίωσή του.

Μια νέα δομή στον τρόπο λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς και ένα πρωτόγνωρο και άκρως ενδιαφέρον επίπεδο είναι και η επονομαζόμενη “gig economy”, για την οποία δεν έχει βρεθεί για την ώρα ο κατάλληλος ορισμός της στα ελληνικά. Στην gig economy κυριαρχούν οι προσωρινές και ευέλικτες μορφές εργασίας. Οι εταιρείες δηλαδή, δεν έχουν μόνιμο προσωπικό και επιτελούν το έργο τους συνεργαζόμενες με εξωτερικούς συνεργάτες, ανεξάρτητους εργολάβους και ελεύθερους επαγγελματίες (freelancers), ανατρέποντας έτσι τα κλασικά και καθιερωμένα στερεότυπα λειτουργίας με εργαζόμενους πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Η επιλογή των συνεργατών είναι γρήγορη και ευέλικτη, ανάλογα με τις προτεραιότητες της επιχείρησης, τις συγκεκριμένες ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του κάθε project, ώστε εργαζόμενοι αναλόγων προσόντων και εξειδίκευσης να μπορούν να εργάζονται μακριά από το γραφείο (remotely working). Ακόμη, οι εργαζόμενοι μπορούν να φέρουν εις πέρας τις υποχρεώσεις τους ως εργολάβοι, προσλαμβάνοντας εκείνοι το προσωπικό ή να επιλέγουν εκείνοι τους συνεργάτες τους. Ο όρος που περιγράφει αυτού του είδους μορφές εργασίας είναι “job sharing”, η γνωστή με άλλα λόγια οικονομία του διαμερισμού, η οποία βασίζεται σε “κατά παραγγελία” συμβάσεις εργασίας. Και ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκρηξη αυτής της τάσης προς τη gig economy πιστοποιείται και βεβαιώνεται, καθώς το 40% των εργαζομένων στις ΗΠΑ είναι αυτή τη στιγμή ανεξάρτητοι constructors.

Στα πιο ηχηρά παραδείγματα της gig economy που εντοπίζουμε και στην Ελλάδα είναι οι γνωστές πλατφόρμες Airbnb (βραχυχρόνια μίσθωση διαμερισμάτων και προσφοράς Εμπειριών), η Uber (ταξί) και η Lime (ενοικίαση ηλεκτρικών πατινιών).

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο βασικός παράγοντας που καθόρισε καταλυτικά την ανάπτυξη της συγκεκριμένης μορφής οικονομίας είναι βέβαια η εξέλιξη της τεχνολογίας που συμπαρέσυρε την κατακόρυφη άνοδο των online ηλεκτρονικών πλατφορμών παροχής υπηρεσιών και ηλεκτρονικού εμπορίου, μιας και ολοένα περισσότεροι άνθρωποι έχουν καθημερινά διαρκή και ταχεία πρόσβαση στο διαδίκτυο, σε συνδυασμό φυσικά με την οικονομική κρίση των τελευταίων ετών.

Η ψηφιακή εποχή την οποία διανύουμε, προσφέρει τη δυνατότητα στο εργατικό δυναμικό να εργάζεται από οπουδήποτε, με αποτέλεσμα, η έδρα της θέσης εργασίας να μην παίζει κανένα ρόλο, ούτε για τον εργαζόμενο ούτε για τον εργοδότη, οι οποίοι επιλέγουν τα καλύτερα διαθέσιμα ταλέντα με τον χαμηλότερο μισθό. Και προς επίρρωση αυτού, ας αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της ψηφιακής ανάπτυξης συντελείται στην Ασία, στην Αφρική και στη Νότια Αμερική, σε περιοχές δηλαδή όπου τα εισοδήματα είναι ιδιαίτερα χαμηλά έως πενιχρά. Η διαπίστωση αυτή βέβαια μας κάνει να διαβλέπουμε και την πίεση που θα ασκηθεί στους μισθούς στο δυτικό κόσμο τα επόμενα χρόνια.

Κατά αυτόν το τρόπο θα συντελεσθεί μια μαζική μετανάστευση της εργατικής δύναμης χωρίς ωστόσο να μεταναστεύει ο ίδιος ο εργαζόμενος. Ήδη έχει υπολογισθεί ότι ο αριθμός των απασχολούμενων σε τέτοιου είδους ηλεκτρονικές πλατφόρμες ανέρχεται σε 48 εκατομμύρια και καλύπτουν μια αγορά 5 δις δολαρίων, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Μιλάμε για εργαζόμενους δηλαδή, χωρίς ασφάλιση, χωρίς ωράριο εργασίας, καθώς το ανταγωνιστικό περιβάλλον στο οποίο δουλεύουν, τους αναγκάζει να κάνουν μεγάλες βάρδιες μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή.

Ο καπιταλισμός και η εξειδίκευση των αγορών έχουν προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Έχουν δημιουργήσει τους “χωρικούς διαχωρισμούς εργασίας”. Για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους δηλαδή χρησιμοποιούν τις ψηφιακές τεχνολογίες ενεργοποιώντας και εστιάζοντας ταυτόχρονα σε χαμηλά και σε υψηλά δίκτυα προσόντων, σε διαφορετικά σημεία του πλανήτη, με τη βοήθεια των οικονομικών γεωγράφων. Η δυνατότητα αυτή βοηθάει τον ¨εργοδότη¨ κυρίως και όχι τον ¨εργαζόμενο¨, αφού έχει την ευκαιρία να επιλέξει γρήγορα, εύκολα χωρίς κόστος τον καλύτερο και τον φθηνότερο ταυτόχρονα, αδιαφορώντας για το που και το πώς. Μοναδική απαίτηση, να γίνει γρήγορα και με χαμηλό κόστος η ¨δουλειά¨.

Για την ιστορία να αναφέρουμε εδώ, πως ξεκίνησε το AirBnB. Το 2007 στο Σαν Φρανσίσκο η σπιτονοικοκυρά ζήτησε από τους δύο ενοικιαστές της Τσέσκι καΙ Γκέμπια την αύξηση του ενοικίου. Επειδή δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν, σκέφθηκαν να υπενοικιάσουν το σαλόνι τους σε άλλους. Επειδή δεν είχαν κρεβάτια, αγόρασαν 3 φουσκωτά στρώματα (Airbeds). Θεωρώντας ότι τα 80 δολάρια ,που ζητούσαν από τον καθένα υπενοικιαστή ήταν πολλά, σκέφθηκαν να προσθέσουν και ένα πρωινό ( breakfast). Από το συνδυασμό αυτών των λέξεων (Airbeds και Breakfast) προέκυψε το AirBnB.

Είναι όλα καλά και ανθηρά τελικά σε αυτό το νέο και ¨εξελιγμένο¨ σύστημα λειτουργίας της αγοράς; Μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με ένα τέτοιο μοντέλο εργασίας που δεν προστατεύει τους ευάλωτους και εξυπηρετεί μόνον όσους τα καταφέρνουν; Καλύπτει τις ανάγκες μιας σύγχρονης κοινωνίας η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών όταν παράγονται με αμφιβόλου ηθικής συστήματα από εργαζόμενους χωρίς δικαιώματα, αλλά μόνον υποχρεώσεις;  Σίγουρα ΟΧΙ!

Γιώργος Καραχάλιος, Μέλος της Β1 ΜέΡΑ25