Ασφαλιστικό: Η Κυβέρνηση μετατρέπει το κοινωνικό κράτος σε “κράτος φιλανθρωπίας”

Πολιτική
19 Φεβ, 2020

Το περιεχόμενο του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση συνίσταται στην υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την ύπαρξη και την συνεχή λειτουργία των υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης, ώστε ο πολίτης να δύναται να ασκεί το συγκεκριμένο κοινωνικό δικαίωμα. Σχετική είναι η συνταγματική κατοχύρωση της «Αρχής του κοινωνικού κράτους» και της υποχρέωσης των πολιτών στην αλληλεγγύη και η εξειδίκευση της υποχρέωσης του κράτους να μεριμνά.

Η κοινωνική ασφάλιση διέπεται από τις αρχές της ανταποδοτικότητας, καθολικότητας, αλληλεγγύης, υποχρεωτικότητας, ισότητας και ίσης μεταχείρισης και στηρίζεται στην υφιστάμενη σχέση μεταξύ του οικονομικά ενεργού πληθυσμού με τον οικονομικά ανενεργό πληθυσμό, ήτοι οι οικονομικά ενεργοί καταβάλλουν τις εισφορές με τις οποίες θα καλυφθούν οι συντάξεις και οι λοιπές προβλεπόμενες κοινωνικές παροχές. Ουσιαστικά, υφίσταται μια σύμβαση μεταξύ των γενεών, υπό την έννοια ότι η σημερινή ενεργή οικονομικά γενεά καλύπτει τις ανάγκες τις προηγούμενης γενεάς, η οποία είναι πλέον ανενεργή οικονομικά, αναμένοντας με την σειρά της η μελλοντική γενεά να αναλάβει το κόστος της όταν εκείνη μετατραπεί σε ανενεργή οικονομικά γενεά. Επομένως, στο ενδεχόμενο που ένα αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης μετατρέπεται σε ανταποδοτικό-κεφαλαιοποιητικό, τότε η εν λόγω σύμβαση παύει να ισχύει και μια ολόκληρη γενεά μένει ξεκρέμαστη, αφού αφενός έχει καλύψει τις ανάγκες ασφάλισης της προηγούμενης και αφετέρου, η επόμενη δεν καλύπτει τις δικές της.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Πέραν του γεγονότος ότι κατά την τελευταία 10ετία, οι συνταξιούχοι έχουν υποστεί γιγαντιαίες περικοπές, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασαν και το 50%, ας υπενθυμίσουμε παράλληλα το καταστροφικό PSI της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου το 2012. Οι απώλειες των ασφαλιστικών ταμείων εξαιτίας του PSI ξεπέρασαν τα 12 και έφτασαν τα 14 δισ.€, σύμφωνα με εκτιμήσεις.

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2020

Οι δεσμεύσεις και της τωρινής μνημονιακής κυβέρνησης έναντι των δανειστών δεν θα μπορούσαν να μην αποτυπωθούν στον υπό εκτέλεση Προϋπολογισμό. Θύμα των εν λόγω δεσμεύσεων αποτελεί και η κοινωνική ασφάλιση. Γι’ αυτό, υπενθυμίζουμε ότι οι δαπάνες που προορίζονται για τους κατ’ εξοχήν κοινωνικούς τομείς της κρατικής χρηματοδότησης, την παιδεία, την υγεία, τον πολιτισμό, τη στήριξη των ασθενέστερων, την κοινωνική πρόνοια, είτε μένουν στάσιμες, είτε έχουν περικοπεί αισθητά. Χαρακτηριστικά, τα «ανώτατα όρια δαπανών» του υπουργείου Εργασίας/Κοινωνικών Υποθέσεων είναι 19.892 εκατ.€ (μειωμένα κατά 382 εκ. σε σχέση με το 2019). Επιπροσθέτως, μειωμένη κατά 192 εκατ. ευρώ προβλέπεται η συνταξιοδοτική δαπάνη (μείον 121 εκατ. ευρώ για κύριες συντάξεις και μείον 71 εκατ. για επικουρικές έναντι του 2019).

ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ – ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1990, σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, οι ασκούμενες οικονομικές και κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές που αντλούν την έμπνευσή τους από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, επιδιώκουν την αποδέσμευσή τους από το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο και γι’ αυτό επικεντρώνονται στον στόχο της βιωσιμότητας των συνταξιοδοτικών συστημάτων, με μέτρα πολιτικής που αναφέρονται στην αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, τη μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης και των συντάξεων, την ultra-κεφαλαιοποίηση και ιδιωτικοποίηση των κοινωνικο-ασφαλιστικών συστημάτων, την κατάτμηση της ενότητας της συνταξιοδοτικής παροχής κ.λπ. Στις συνθήκες αυτές το σύστημα κοινωνικής προστασίας μετασχηματίζεται σε δημοσιονομικό ζήτημα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής από αναδιανεμητικό θεσμό κοινωνικής αναπαραγωγής.

Ωστόσο, αυτό που προέκυψε είναι πως οι εφαρμοζόμενες κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές, οδήγησαν στην αύξηση του αριθμού των φτωχών συνταξιούχων, υπονόμευσαν σε σημαντικό βαθμό τον ρόλο και τους στόχους των συνταξιοδοτικών συστημάτων στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μετασχηματίζοντας σταδιακά το κράτος πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας, το οποίο διευρύνεται με την αύξηση των κοινωνικών και εισοδηματικών ανισοτήτων, σε βαθμό που να συρρικνώνεται ανησυχητικά το κοινωνικό κράτος.

Ως αποτέλεσμα, σήμερα στα συνταξιοδοτικά συστήματα δεν κυριαρχεί το πνεύμα της αλληλεγγύης και της ισότητας μεταξύ και εντός των γενεών, της αναλογικότητας, της εγγύησης επαρκών συνταξιοδοτικών συστημάτων, της συγκρότησης ενός κοινωνικού κράτους ως μέρους της ασκούμενης αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής που θα επιτρέπει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο και ταυτόχρονα θα αποτρέπει τη φτώχεια του συνταξιοδοτικού πληθυσμού σε απόλυτο επίπεδο. Επί παραδείγματι, στη Γερμανία, την πιο εύρωστη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το 2018 το 51,4% των συνταξιούχων (9,3 εκατ. από τα 18 εκατ. άτομα) λάμβανε μηνιαία σύνταξη κάτω των 900 ευρώ (όριο φτώχειας της Γερμανίας 999 ευρώ τον μήνα) και το 58,6% ελάμβανε μηνιαία σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ.

Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο παρατηρείται η ανάπτυξη ενός δυϊσμού στις στρατηγικές και τις ασκούμενες πολιτικές κοινωνικής προστασίας μεταξύ των βόρειων και των νότιων κρατών-μελών. Συγκεκριμένα, στις βόρειες χώρες, οι ασκούμενες κοινωνικο-ασφαλιστικές πολιτικές επικεντρώθηκαν σε παραμετρικές αλλαγές (αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αύξηση εισφορών, μειώσεις σε ποσοστά αναπλήρωσης κ.λπ.) και όχι σε πολιτικές αλλαγής του χαρακτήρα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης που παρατηρούνται να εφαρμόζονται στις νότιες χώρες της ΕΕ (διανεμητικό σύστημα και αλλαγή της διάρθρωσης των κατηγοριών της συνταξιοδοτικής παροχής). Κεντρικός στόχος των αλλαγών στις βόρειες χώρες ήταν και παραμένει η μείωση ή η μακροχρόνια στασιμότητα της συνταξιοδοτικής δαπάνης, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και την ευελιξία της απασχόλησης, του χρόνου εργασίας, των εισοδημάτων κ.λπ.

Αντίθετα, στην Ελλάδα, οι αλλαγές που σημειώθηκαν από το 2010 ως σήμερα είναι σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, αφού εκτός των παραμετρικών αλλαγών, σημειώθηκαν και αλλαγές στη διάρθρωση της συνταξιοδοτικής παροχής με την κατάτμηση της ενότητάς της (εθνική-ανταποδοτική). Επιπλέον, τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης συνδέθηκαν με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και από το 2021 θα αυξάνονται κατά ένα έτος εάν δεν καταργηθεί η σχετική διάταξη, ενώ και η επικουρική σύνταξη μετατράπηκε από διανεμητικό-κοινωνικό σύστημα σε εξατομικευμένο σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης.

Το επιχείρημα των δανειστών από το πρώτο Μνημόνιο, σε συνδυασμό με την εμμονή τους ότι οι συνταξιοδοτικές δαπάνες ήταν υψηλές και η πιστή υλοποίηση αυτής της αντίληψης μείωσής τους από τις ελληνικές κυβερνήσεις, στο πλαίσιο των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης-λιτότητας, οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε πλήρη καθίζηση και τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους σε δεκαετή φτωχοποίηση (μεσοσταθμική μείωση των συντάξεων κατά 45% ή 63 δισ.€).

ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

Σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα παραπάνω, το παρόν ν/σ είναι εμποτισμένο με τη στρατηγική του μετασχηματισμού του κράτους πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας και του αναδιανεμητικού-κοινωνικού χαρακτήρα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης σε δημοσιονομική πλευρά της οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται για μια παρέμβαση συμμόρφωσης και προσαρμογής στις από 4/10/2020 αποφάσεις του ΣτΕ, αντιμετωπίζοντας τις παρατηρούμενες ανισορροπίες και την αντισυνταγματικότητα με όρους ανισοτήτων, δημοσιονομικής βιωσιμότητας σε βάρος της κοινωνικής αποτελεσματικότητας και της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων. Αποτελεί μία ακόμη εφαρμοστικού χαρακτήρα παρέμβαση στο πλαίσιο των κατευθύνσεων των τριών Μνημονίων. Ακόμη και στην περίπτωση αποκατάστασης μέρους των σημαντικών απωλειών που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι μας, οι προσδοκίες είναι περιορισμένες και αφορούν μικρό αριθμό εξ αυτών. Μάλιστα, οι όποιες αυξήσεις στους λίγους αυτούς συνταξιούχους θα χρηματοδοτηθούν από την κατάργηση της έστω κουτσουρεμένης «13ης σύνταξης».

Επομένως, φαίνεται ότι δεν έχουν άδικο όσοι ισχυρίζονται ότι το υπό εξέταση σχέδιο νόμου αποτελεί κατ’ ουσίαν οιονεί «εφαρμοστικό νόμο» του ν.4387/2016 («νόμος Κατρούγκαλου»). Αν και περιλαμβάνει ορισμένες θετικές διατάξεις, δεν συνιστά μεταρρύθμιση, καθώς εφαρμόζει και ισχυροποιεί την προηγούμενη νομοθεσία, με μοναδική εξαίρεση την αποσύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών από το φορολογητέο εισόδημα των μη μισθωτών. Ωστόσο και εδώ το κόστος των αλλαγών θα επιβαρύνει τους μισθωτούς, τους εργοδότες τους και τους ανέργους. Για τους τελευταίους, η απώλεια περίπου 350 εκατ. ευρώ από τα ταμεία του ΟΑΕΔ, έναντι μείωσης της ασφαλιστικής εισφοράς κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες, θα «αποκατασταθεί» στο μέλλον από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η εισφοροδοτική ελάφρυνση των ελεύθερων επαγγελματιών, όχι μόνο για τη σύνταξη αλλά και για τις υπηρεσίες υγείας, θα επιβαρύνει υπέρμετρα τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, εγκαθιδρύοντας έναν νέο τύπο ανισότητας στο εσωτερικό του ασφαλιστικού συστήματος. Χαρακτηριστικά, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα άνω των 900 ευρώ θα χρηματοδοτούν την ασφάλιση υγείας και των ελεύθερων επαγγελματιών. Επιπροσθέτως, η μείωση των συντελεστών στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις ατομικές και προσωπικές επιχειρήσεις, θα ωθεί τους μισθωτούς με «μπλοκάκι» να επιλέγουν τη σύναψη ατομικών συμβάσεων εργασίας, αυξάνοντας τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης και συμβάλλοντας στην περαιτέρω αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας.

Με τη δημιουργία του e-ΕΦΚΑ, δηλαδή την ένταξη του ΕΤΕΑΕΠ στον ΕΦΚΑ, η κυβέρνηση «στοχεύει» στα αποθεματικά του πρώτου, γεγονός το οποίο αποτελεί εφαλτήριο για την είσοδο της ιδιωτικής ασφάλισης από την πίσω πόρτα. Εκτός αυτού, με τη διατήρηση της λογιστικής αυτοτέλειας των κλάδων του ΕΤΕΑΕΠ (Επικουρική, Εφάπαξ) θα δημιουργηθούν άμεσα αλλά και μεσοπρόθεσμα περισσότερα λειτουργικά προβλήματα απ’ ό,τι επιδιώκεται να λυθούν, δεδομένης της έλλειψης προετοιμασίας που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα ενοποίησης. Σημειωτέον ότι η διαδικασία ψηφιοποίησης του ΕΦΚΑ αποτελεί ηλεκτρονική συνέχεια της ενοποίησης των κοινωνικο-ασφαλιστικών φορέων που εντάχθηκαν στον ΕΦΚΑ με τον Ν.4387/16. Παράλληλα, το νομοσχέδιο προβλέπει την απλοποίηση της διαδικασίας στη διαδοχική ασφάλιση για τη λήψη σύνταξης από τον τελευταίο φορέα.

Οι αυξήσεις των επικουρικών συντάξεων αφορούν τους συνταξιούχους πριν από τον ν.4387/2016 και συγκεκριμενοποιούνται μόνο στους συνταξιούχους (250.000 περίπου) που είχαν άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης πάνω από 1.300 ευρώ τον μήνα και είδαν τις συντάξεις τους να μειώνονται μέχρι και 50%. Η σχετική δαπάνη εκτιμάται σε 300 εκατ. ευρώ το έτος (μέση μηνιαία αύξηση 99 ευρώ) και 100 εκατ. ευρώ για τα αναδρομικά. Η δαπάνη αυτή, στο πλαίσιο του ουδέτερου δημοσιονομικού αποτελέσματος που επιβάλλουν οι δανειστές, θα χρηματοδοτηθεί από την κατάργηση της ελλιπούς «13ης σύνταξης» (971 εκατ. ευρώ το 2019).

Η αύξηση των νέων ποσοστών αναπλήρωσης επικεντρώνεται στα 30 έτη ασφάλισης (1,98%) ως τα 40 έτη ασφάλισης (2,55%). Κατ’ αυτό τον τρόπο, με 35 έτη ασφάλισης το σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης μόνο για το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης από 33,81% αυξάνεται σε 37,31%. Στα 40 έτη ασφάλισης, το σωρευτικό ποσοστό αναπλήρωσης για το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης από 42,80% αυξάνεται σε 50,01%. Είναι δηλαδή αυξημένο κατά 7,21 ποσοστιαίες μονάδες. Όμως, μετά τα 40 έτη ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσης παραδόξως ορίζεται σε 0,5%, γεγονός που μειώνει σημαντικά την ανταποδοτικότητα των εισφορών και παροχών για ασφαλισμένους που θα έχουν εργαστεί για περισσότερα από 40 έτη.

Η αύξηση της σύνταξης κλιμακώνεται όσο προστίθενται έτη ασφάλισης και καταβαλλόμενων εισφορών, ιδιαίτερα πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Επί παραδείγματι, με 35 έτη ασφάλισης και με 1.000 ευρώ συντάξιμες αποδοχές ελάμβανε με τον ν.4387/2016 ανταποδοτική σύνταξη 338 ευρώ τον μήνα και με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου θα λάβει 373 ευρώ, δηλαδή μια αύξηση των 35 ευρώ τον μήνα (10,5%). Με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές (1.000 ευρώ τον μήνα) και με 40 έτη ασφάλισης ελάμβανε με τον ν.4387/16 ανταποδοτική σύνταξη 428 ευρώ τον μήνα και με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου θα λάβει 500 ευρώ τον μήνα, δηλαδή μια αύξηση των 72 ευρώ τον μήνα (16,8%). Όμως, οι απώλειες των συγκεκριμένων συνταξιούχων μετά τον ν.4387/2016 σε σχέση με τους παλαιούς ανέρχονται σε 40%, ενώ με τα νέα ποσοστά αναπλήρωσης του πρόσφατου νομοσχεδίου προβλέπονται αυξήσεις 16,8% με 40 έτη ασφάλισης και 10,5% με 35 χρόνια ασφάλισης.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, προβλέπεται το σύστημα των ασφαλιστικών κλάσεων με 6+1 επίπεδα ασφάλισης για την καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών ελεύθερης επιλογής. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπονται ως κατώτερη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά τα 210 ευρώ και ως ανώτερη τα 566 ευρώ τον μήνα. Ειδικότερα οι νέοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι κατά τα πρώτα πέντε έτη της επαγγελματικής τους δραστηριότητας θα καταβάλλουν μηνιαία ασφαλιστική εισφορά 126 ευρώΓια τους αγρότες οι ασφαλιστικές εισφορές είναι χαμηλότερες από τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, δεδομένου ότι η κατώτερη μηνιαία ασφαλιστική εισφορά ανέρχεται στα 121 ευρώ και η ανώτερη ανέρχεται σε 324 ευρώ τον μήνα για το 2020. Όμως, για το 90% των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων, προβλέπεται αύξηση κατά 20% στις ασφαλιστικές εισφορές τους, με αποτέλεσμα όσοι από τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους με υψηλά εισοδήματα επιλέξουν τη χαμηλή ασφαλιστική κλάση να προσανατολιστούν σε χαμηλή σύνταξη ή στην ιδιωτική ασφάλιση. Αντίθετα, όσοι ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι επιθυμούν, για παράδειγμα, να εξασφαλίσουν σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) άνω των 1.000 ευρώ μεικτά με 35 έως 40 έτη ασφάλισης απαιτείται να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές από την 4η ασφαλιστική κλάση και πάνω, δηλαδή 297 ευρώ τον μήνα. Όσοι όμως επιλέξουν να καταβάλουν την ελάχιστη ασφαλιστική εισφορά ύψους 155 ευρώ τον μήνα, θα λάβουν ύστερα από 40 χρόνια σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική) 779 ευρώ μεικτά.

Βάσει των ανωτέρω, αν συγκρίνουμε την ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών των μισθωτών με αυτήν των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων με τις νέες ασφαλιστικές κλάσεις και την ελεύθερη επιλογή τους, στην περίπτωση των 35 ετών ασφάλισης ο μισθωτός θα χρηματοδοτεί με 12 ευρώ (ασφάλιση του ελεύθερου επαγγελματία στην πρώτη ασφαλιστική κλάση) την πλήρη ανταποδοτικότητα των ελεύθερων επαγγελματιών, για 40 έτη ασφάλισης ο μισθωτός θα χρηματοδοτεί με 18 ευρώ τον μήνα (ασφάλιση ελεύθερου επαγγελματία στην πρώτη κλάση), με 19 ευρώ (ασφάλιση στην τρίτη κλάση) και με 21 ευρώ (ασφάλιση στην έκτη κλάση) την υπερ-αναλογικότητα των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων. Έτσι, εγκαθιδρύονται συνθήκες ανισοτήτων στην ανταποδοτικότητα εισφορών-παροχών μεταξύ των δυο αυτών εργασιακών κατηγοριών (μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών).

Στην περίπτωση παράλληλης ασφάλισης προβλέπεται ότι εάν το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς από τη μισθωτή εργασία υπερβαίνει το ποσό της 2ης ασφαλιστικής κατηγορίας (262 ευρώ), τότε δεν υπάρχει καμία υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικής εισφοράς. Εάν όμως το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς από μισθωτή εργασία είναι κάτω των 262 ευρώ, τότε καταβάλλεται η διαφορά ως ασφαλιστική εισφορά λόγω της παράλληλης απασχόλησης.

Για την απασχόληση των συνταξιούχων, το πρόσφατο ασφαλιστικό νομοσχέδιο προβλέπει ότι σε περίπτωση απασχόλησης συνταξιούχου μειώνεται η σύνταξή του από 60% (ν.4387/2016) σε 30%. Εξαιρούνται αυτής της μείωσης οι αγρότες και οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι σε φορείς της γενικής κυβέρνησης στους οποίους συγκαταλέγονται οι μετακλητοί σε υπουργεία και κυβερνητικές θέσεις!

Για τις ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών, προβλέπεται η μείωσή τους από 1/6/2020 κατά 0,98% ως εξής: πρώτον, κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες (0,48 εργοδότη και 0,27 εργαζομένου) η οποία προβληματίζει, διότι θα επιβαρύνει τα έσοδα του λογαριασμού ανεργίας του προϋπολογισμού του ΟΑΕΔ και, δεύτερον, κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες που θα μειώσει τα έσοδα από τον Ενιαίο Λογαριασμό για την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών (ΕΛΕΚΠ).

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜέΡΑ25

Όπως προκύπτει από το Πολιτικό Πρόγραμμά του και τις «7 Τομές της Νέας Συμφωνίας για την Ελλάδα», το ΜέΡΑ25 έχει συγκεκριμένη πρόταση για το Ασφαλιστικό. Πέραν του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, που ουσιαστικά θα επαναφέρει το ΕΚΑΣ για όλους, προτείνουμε την άμεση κατάργηση της δέσμευσης των μνημονιακών κυβερνήσεων για μειώσεις στη συνταξιοδοτική δαπάνη και, αντίθετα, οι συντάξεις να ενισχυθούν από τον νέο τραπεζικό φόρο (“bank levy”, δηλ. φόρος 0,2% επί των χρεών των τραπεζών για την ενίσχυση των συντάξεων) ενώ τα κεφάλαια των ασφαλιστικών ταμείων να ενισχυθούν από την μεταβίβαση σε αυτά των μετοχών της νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.