The Νew Jim Crow: ο ρατσισμός ως θεσμικό μέσο ταξικής καταπίεσης

Αρθρογραφία
02 Ιαν, 2020

Ο Jim Crow ήταν ένας χαρακτήρας-καρικατούρα στο πλέον διάσημο νούμερο του αμερικανού κωμικού Thomas «Daddy» Rice. Το τραγουδάκι που έφτιαξε ο Rice στις αρχές του 1830 λεγόταν Jump Jim Crow και ο μύθος θέλει ως έμπνευση να υπήρξε ο χορός και το τραγούδι ενός κινητικά ανάπηρου αφρικανού σκλάβου, του Jim Cuff ή Jim Crow. Ο Rice βαφόταν με φούμο, καθότι λευκός, και περιόδευε όλη την αμερικανική επικράτεια για χρόνια, μιας και το νουμεράκι του είχε γίνει τεράστιο σουξέ.

Ο όρος Jim Crow κατέστει συνώνυμος του nigger, σε μια πιο light εκδοχή του όμως. Έτσι μετά το πέρας του αμερικανικού εμφυλίου ονοματοδότησε τους ρατσιστικούς νόμους που πέρασαν στο νότο, με αρχή το 1890, για να διαιωνίσουν και de jure τον φυλετικό διαχωρισμό, καταργώντας στην πράξη το αμερικανικό σύνταγμα και συγκεκριμένα τρία άρθρα του (13,14 και 15) στερώντας συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα απο τους μαύρους πολίτες. Οι Jim Crow Laws καταργήθηκαν το 1965, στη κορύφωση του Civil Rights Movement.

To 1982 η κυβέρνηση Reagan ανακοίνωσε κλιμάκωση του Πολέμου στα Ναρκωτικά (War on Drugs), μιας πολιτικής που είχε θεσπιστεί έντεκα χρόνια νωρίτερα απο την κυβέρνηση Nixon. Ο λόγος που προβλήθηκε για να δικαιολογήσει τη κλιμάκωση του War on Drugs ήταν ως απάντηση στο κράκ. Όπως αναφέρει όμως η Michelle Alexander στο βιβλίο της «The New Jim Crow», το 1982 το κρακ δεν αποτελούσε επουδενί μάστιγα των μεγάλων αμερικανικών πόλεων, σε πολλές μάλιστα δεν υπήρχε καν κρακ. Αυτό άλλαξε μετά απο τρια-τέσσερα χρόνια, η κοκαΐνη των φτωχών, εξαιρετικά πιο επικίνδυνη και πιο εθιστική απο την «κλασική», πλημμύρισε τα κέντρα των πόλεων, κάνοντας θραύση στους σύγχρονους αθλίους των γκέτο, οι οποίοι ακολούθησαν τη νομοτελειακή πορεία: εθισμός και μετά εμπορία για ικανοποίηση του εθισμού.

Τα τηλεοπτικά δίκτυα κατακλύστηκαν με εικόνες εθισμένων μαύρων, με τα «crack babies» να συγκλονίζουν τους λευκούς μικροαστούς νοικυραίους, που τρομοκρατημένοι απο την μιντιακή καμπάνια που υπερθεμάτιζε τους «κινδύνους» που οι «αραπάδες» εγκυμονούσαν για τα βλαστάρια τους, υποδέχτηκαν με χαρά την προαναγγελθείσα κλιμάκωση του Πολέμου στα Ναρκωτικά.

Η αστυνομική βία κατά των μειονοτήτων εντάθηκε υπερβολικά και το νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με το κρακ κατέστη εξαιρετικά σκληρό: η αυστηρότητα των ποινών σε σύγκριση με παρόμοια αδικήματα που αφορούσαν πούδρα κοκαΐνη, δηλαδή αυτήν που κατανάλωναν οι λευκοί ήταν 100 προς 1 (στις μέρες μας είναι στο 18 προς 1). Παράλληλα, τότε πέρασαν και διάφοροι εξόχως «ενδιαφέροντες» νόμοι. Για παράδειγμα, νομοθετήθηκε η κατάσχεση του συνόλου της περιουσίας όσων εμπλέκονταν άμεσα ή έμμεσα (!) σε παραβάσεις σχετικά με ναρκωτικά, με την οικεία δίωξη ναρκωτικών που έκανε το «bust» να παρακρατά το 80% των κατασχεθέντων, δίνοντας με αυτό τον τρόπο στην αστυνομία το κίνητρο να πηγαίνουν καλά οι δουλειές των εμπόρων ώστε είτε να πωλούν ακριβά προστασία, είτε να κάνουν κερδοφόρα busts. Η δίωξη ακόμα είχε τη δυνατότητα να εμβολίσει τα σπίτια των υπόπτων με ειδικά οχήματα με πολιορκητικό κριό προσαρμοσμένο στο μπροστινό τους μέρος, «ώστε οι ύποπτοι να μη προλάβουν να διαφύγουν», κάτι που συχνά πυκνά γινόταν με τη παρουσία καμερών και υψηλών προσκεκλημμένων, όπως η Nancy Reagan, προς τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού των νοικοκυραίων. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον, που διάφοροι ακαδημαΐκοί εντός των ΗΠΑ ονομάζουν ξεκάθαρα ως ταξικό πόλεμο, γεννήθηκαν και οι NWA.

Fuck tha police/ Comin straight from the underground/ Young nigga got it bad ’cause I’m brown/ And not the other color so police think/ They have the authority to kill a minority/ Fuck that shit, ’cause I ain’t tha one/ For a punk muthafucka with a badge and a gun/ To be beatin on, and throwin in jail/ We could go toe to toe in the middle of a cell/ Fuckin with me ’cause I’m a teenager/ With a little bit of gold and a pager/ Searchin my car, lookin for the product/ Thinkin every nigga is sellin narcotics

Στο «The New Jim Crow», η Michelle Alexander πραγματεύεται αυτη τη διάσταση του War on Drugs, καταλήγοντας πως ο Πόλεμος στα Ναρκωτικά, με το συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο και την άκρατη αστυνομική καταστολή κατά των αφροαμερικανών και λατίνων, λειτούργησε και λειτουργεί σαν ένα σύγχρονο ρατσιστικό νομοθετικό πλέγμα, αντίστοιχο των Jim Crow Laws στον αμερικανικό νότο. Με τα στοιχεία του 2010, ανα 100.000 κατοίκους στις ΗΠΑ, αντιστοιχούσαν 4347 μαύροι άνδρες κρατούμενοι, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός των λευκών ήταν 678. Η δε πλειοψηφία των μαύρων κρατουμένων βρίσκεται σε αυτη τη θέση λόγω αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά, κυρίως χρήση, κι ας δείχνουν οι έρευνες πως η χρήση ναρκωτικών ανάμεσα στις διάφορες εθνοτικές ομάδες κινείται στα ίδια επίπεδα. «Σε ορισμένες μεγάλες πόλεις, το ποσοστό των αφροαμερικανών που έχουν ποινικό μητρώο προσεγγίζει το 80%» γράφει η Alexander, συμπληρώνοντας πως «το καθεστώς αυτό τους περιθωριοποιεί κοινωνικά, καθώς πλέον, ως πρώην κατάδικοι, αντιμετωπίζουν νομικές δυσκολίες στην εύρεση εργασίας, στη στέγαση, στις σπουδές, στις κοινωνικές παροχές, απεμπολούν το δικαίωμα ψήφου, κλπ, δημιουργώντας πολίτες δεύτερης κατηγορίας (undercaste)».

Να σημειώσουμε πως από την κλιμάκωση του War on Drugs μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν σκαρφαλώσει στην πρώτη θέση παγκοσμίως των κρατουμένων ανά 100.000 κατοίκους. Ενδεικτικά, το 1982 ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων στις ΗΠΑ ήταν 300.000 άνθρωποι ενώ τώρα είναι 2.300.000, με το 25% του παγκόσμιου πληθυσμού των φυλακισμένων να βρίσκεται στις ΗΠΑ. Αν συνυπολογίσουμε πως την ίδια εποχή εισήχθη απο την κυβέρνηση Reagan ο θεσμός της ιδιωτικής φυλακής, μπορούμε να πούμε πως οι μαύροι στις ΗΠΑ αντιμετωπίζονται ως α’ύλη στη μπίζνα των ιδιωτικών φυλακών, όπου εκτός από το ποσό ανά κεφάλι που εισπράττουν οι εν λόγω επιχειρηματίες από το αμερικανικό κράτος, εντοπίζεται και η απλή, «παραδοσιακή» δουλεία, μιας και σε πολλές φυλακές, ιδιωτικές και ομοσπονδιακές, οι κρατούμενοι περνούν τη μέρα τους δουλεύοντας σχεδόν αμισθί, αυξάνοντας τη κερδοφορία των σύγχρονων δουλοκτητών, οι οποίοι πρόθυμα αναλαμβάνουν εργολαβίες και outsourcing στις μεταμοντέρνες γαλέρες τους.

Αλέξης Σμυρλής, Διευθυντής ΚΟ ΜέΡΑ25