Στο έλεος της πανίσχυρης, και ταυτόχρονα, ανήμπορης Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

Αναδημοσιεύσεις
08 Ιαν, 2020

Αμέσως μετά το επεισοδιακό Eurogroup της 27ης Ιουνίου του 2015, συναντήθηκα τυχαία με τον Μάριο Ντράγκι. Καθώς περιμέναμε το ασανσέρ με ρώτησε: «Τί στο καλό κάνει ο Γερούν;» αναφερόμενος με θυμό στον τότε Πρόεδρο του Eurogroup. «Πληγώνει την Ευρώπη Μάριο. Πληγώνει την Ευρώπη», του απάντησα. Κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά. Βγαίνοντας από το ασανσέρ χαιρετιστήκαμε σκυθρωποί και χωρίσαμε.

Οι περισσότεροι υποθέτουν ότι, δεδομένης της σύγκρουσής μας, η σχέση μας ήταν εχθρική. Κάθε άλλο. Η σύγκρουσή μας ήταν απόρροια όχι προσωπικής αντιπαλότητας αλλά της θεσμικής ανεπάρκειας της ευρωζώνης – μιας ανεπάρκειας που παραμένει και σήμερα, τώρα που τον Μάριο αντικατέστησε η Κριστίν Λαγκάρντ.

Τη σύντομη εκείνη στιχομυθία την αναφέρω επειδή καταδεικνύει πόσο ανίσχυρος είναι ο εκάστοτε Πρόεδρος της ΕΚΤ. Πρόκειται για παράδοξο: Από τη μία, η ΕΚΤ φαντάζει παντοδύναμη και, από το καταστατικό της, απολύτως ανεξάρτητη. Εκβιάζει κυβερνήσεις, παύει πρωθυπουργούς, κλείνει τράπεζες, τυπώνει οροσειρές χρήματος. Παράλληλα, όμως, επί της ουσίας, είναι η πιο εξαρτημένη από τους πολιτικούς κεντρική τράπεζα της Δύσης.

Το πρώτο εξάμηνο του 2015 η ΕΚΤ πήρε αποφάσεις που έπληξαν την οικονομία μας με τρόπο που καμία άλλη κεντρική τράπεζα στον πλανήτη δεν θα έπαιρνε. Π.χ. εκείνη της 4ης Φεβρουαρίου. Το πρωί εκείνο, μετά από κοπιώδεις συναντήσεις με δεκάδες τραπεζίτες και επενδυτές που είχα την προηγούμενη μέρα στο Λονδίνο, οι τραπεζικές μετοχές ανατιμήθηκαν πάνω από 20% ενώ, γενικότερα, Χρηματιστήριο Αθηνών ανέβηκε κατά 13%. Λίγες ώρες μετά, ο Μάριο επικοινώνησε μαζί μου να μου ανακοινώσει την απόφαση της ΕΚΤ να αποκλείσει τις ελληνικές τράπεζες από την ρευστότητα της ΕΚΤ. Με την τοξική αυτή απόφαση κατέστρεψε όλα τα οφέλη στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Αν είχε κάνει κάτι αντίστοιχο οποιαδήποτε κεντρική τράπεζα στον κόσμο, ο Πρόεδρός της θα καλούνταν σε απολογία, καθώς ο λόγος ύπαρξης των κεντρικών τραπεζών είναι να στηρίζουν – και όχι να υπονομεύουν – τις προσπάθειες της κυβέρνησης να στηρίξει τις τράπεζες. Κι εδώ είναι η ουσία: Στην ευρωζώνη, η ΕΚΤ άγεται και φέρεται από τις πολιτικές ατζέντες των ισχυρών, και δη της τρόικας, ακόμα και σε βαθμό που να την αναγκάζουν να πλήξει ολόκληρο τραπεζικό σύστημα όταν τους συμφέρει πολιτικά.

Η 4η Φεβρουαρίου του 2015 δεν ήταν εξαίρεση αλλά ο κανόνας. Τον προηγούμενο Δεκέμβριο η ΕΚΤ ανέχθηκε την «πρόβλεψη» του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας ότι θα υπάρξει πρόβλημα ρευστότητας – «πρόβλεψη» που πυροδότησε τη φυγή καταθέσεων ένα μήνα τουλάχιστον πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου. Από τον Φεβρουάριο μέχρι και τα τέλη Ιουνίου, ο ίδιος ο Μάριο ενίσχυε τη φυγή καταθέσεων σχεδόν καθημερινά: Αντί της συνήθους ανακοίνωσης κεντρικών τραπεζιτών ότι «οι καταθέσεις είναι ασφαλείς», ο Μάριο «μοιραζόταν» με οικονομικούς συντάκτες τον «φόβο» του για τις καταθέσεις και την φυγή τους. Ήταν ως εάν ο Αρχηγός της Πυροσβεστικής να φωνάζει σε κατάμεστη αίθουσα «Καιγόμαστε! Όπου νάναι θα κλείσω την ρευστότητα της κάνουλας. Τρεχάτε!»

Αν είναι έτσι, γιατί δεν ένιωσα εχθρότητα για τον Μάριο; Ο λόγος είναι ότι γνώριζα τους θεσμικούς περιορισμούς του. Γνώριζα ότι δεν είχε βαθμούς ελευθερίας. Το καταστατικό της ΕΚΤ του απαγόρευε να δέχεται ως ενέχυρα τα κόκκινα δάνεια των ευρωπαϊκών πτωχευμένων τραπεζών ώστε να τους δίνει ρευστό για να μην κλείσουν. Για να μπορεί να τα δέχεται, και να μην καταρρεύσουν, χρειαζόταν το πράσινο φως του… Eurogroup, δηλαδή της βαθιάς τρόικας του κ. Σόιμπλε. Για να πάρει αυτό το πράσινο φως έπρεπε να κάνει ό,τι του λέγανε στην Ελλάδα: να μας πνίξει ώστε να σταματήσουμε να απαιτούμε το προαπαιτούμενο για την ανάκαμψη της χώρας μας – την αναδιάρθρωση χρέους και, έτσι, χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, λιγότερη φορολόγηση κ.ο.κ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφασή του να καταστρατηγήσει βασικές αρχές κεντρικής τραπεζικής, πλήττοντας τις τράπεζες και την κοινωνία μας, φαντάζει… μονόδρομος. Εξηγείται, ακόμα, ο θυμός που εξέφρασε με την ερώτησή του «Τί στο καλό κάνει ο Γερούν;» εκείνη τη ζοφερή μέρα του Ιουνίου του 2015. Πολύ απλά, στην διάρκεια του Eurogroup που, ουσιαστικά, οι Σόιμπλε, τρόικα και Σια διέταζαν την ΕΚΤ να μας κλείσει τις τράπεζες, ο Μάριο ένιωθε ανήμπορος – ίσως και ντροπιασμένος που, ως Πρόεδρος της ΕΚΤ, έπρεπε να υπακούει σε τέτοιες απαράδεκτες εντολές.

Πέραν της Ελλάδας του 2015, η ΕΚΤ αναγκάζεται χρόνια τώρα να υιοθετεί πολιτικές και εργαλεία που, εν γνώσει του Μάριο, κατασπατάλησε τεράστια ποσά. Π.χ. το πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης υπό το οποίο η ΕΚΤ αγόρασε €2,7 τρις χρέους. Από τη μία μεριά, πέτυχε να κρατήσει την Ιταλία στο ευρώ, σώζοντας το κοινό νόμισμα. Από την άλλη, όμως, το Βερολίνο επέβαλε στον Μάριο μια απαράδεκτη πρακτική: Για κάθε ένα ευρώ ιταλικού χρέους που αγόραζε έπρεπε να αγοράζει δύο ευρώ γερμανικού χρέους! Έτσι, δημιουργήθηκε έλλειψη γερμανικών ομολόγων στην αγορά, τα γερμανικά επιτόκια έγιναν αρνητικά και, νομοτελειακά, οι γερμανοί αποταμιευτές μίσησαν τον… Μάριο!

Να γιατί δεν είχα λόγο να νιώθω εχθρότητα απέναντί του. Ναι, οι αποφάσεις του για την Ελλάδα ήταν εγκληματικές ενώ για την ευρωζώνη πολύ λιγότερο αναποτελεσματικές απ’ όσο θα μπορούσαν να είναι. Όμως, όλες αυτές οι αποφάσεις του επιβλήθηκαν από το Eurogroup, το Βερολίνο, την τρόικα. Ένας γενναιότερος άνθρωπος ίσως να έπαιρνε το ρίσκο να τους ξεμπροστιάσει. Δε μπορούμε όμως να ψέξουμε κάποιον για έλλειμμα ηρωισμού.

Αυτό που τώρα έχει σημασία είναι να διδαχθούμε δύο πράγματα για το μέλλον.

Πρώτον, να κατανοήσουμε ότι η Κριστίν Λαγκάρντ θα είναι ακόμα πιο ανίσχυρη απ’ ότι ήταν ο Μάριο Ντράγκι. Για δύο λόγους. Αφενός, δεν έχει τις τεχνικές του γνώσεις. Αφετέρου, τα εργαλεία που κατασκεύασε ο προκάτοχός της έχουν στομώσει και δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στην επερχόμενη, νέα ύφεση.

Δεύτερον, ο κ. Μητσοτάκης πλανάται εάν πιστεύει ότι η πολιτική του υποδειγματικού κρατούμενου της τρόικας θα αποδώσει αποφάσεις της ΕΚΤ που θα βοηθήσουν την κυβέρνησή του.

Γιάνης Βαρουφάκης

Δημοσιεύθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2019 στο ΒΗΜΑ της Κυριακής (Πρωτοχρονιάτικο)

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.