Σοβαρά ερωτήματα εγείρουν οι ρυθμίσεις του νέου Ποινικού Κώδικα

Πολιτική
19 Ιούν, 2019


Σημαντικές και κρίσιμες για το κοινωνικό κράτους δικαίου είναι οι αλλαγές  που παρατηρούνται με την πρόσφατη ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα που θα τεθεί σε ισχύ από 1η Ιουλίου. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα, μετά την καθοριστική επίδραση που άσκησε στο δικαιικό μας σύστημα το Σύνταγμα του 1975, ο ΠΚ είχε ανάγκη ριζικού μετασχηματισμού και ιδεολογικού αποχρωματισμού με σκοπό να προσαρμοσθεί στις σύγχρονες αντιλήψεις αναφορικά με την αντεγκληματική πολιτική, αλλά και με την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη από την κατάχρηση της ποινικής καταστολής και την εφαρμογή του κράτους δικαίου.

Πρόκειται ομολογουμένως για ένα καινοτόμο κείμενο το οποίο, εκκινώντας από την πρόθεση της αποτελεσματικής προστασίας των εννόμων αγαθών και της προστασίας από τις παραδοσιακές καταχρήσεις της ποινικής καταστολής, έχει ως θεμελιώδη σκοπό τον εξορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό των ποινικών κυρώσεων, και αυτό προσδίδει σαφώς ένα θετικό πρόσημο στην ευρύτερη φιλοσοφία και στο πνεύμα του κειμένου. Αν ληφθεί υπ’όψιν ότι εν έτει 2019 πολίτες καλούνταν να δικάζονται βάσει αναχρονιστικών διατάξεων που ίσχυαν 70 χρόνια, με αποτέλεσμα στην Ελλάδα το ποσοστό καταδικασθέντων πολιτών σε ισόβια κάθειρξη να είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, με τη γνωστή υπερσυσσώρευση κρατουμένων στις φυλακές, καθίσταται εύλογος ο προσανατολισμός της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής να ανταποκριθεί στις σύγχρονες δικαιικές οικουμενικές επιταγές.

Μέσα στις θετικές μεταβολές αξίζει να σημειωθούν η μείωση του ανώτατου ορίου των 20 ετών της πρόσκαιρης κάθειρξης σε 15 χρόνια, η κατάργηση των πταισμάτων που πλέον αντιμετωπίζονται ως διοικητικού χαρακτήρα παραβάσεις, η θέσπιση της παροχής κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές,  η κατάργηση της μετατροπής των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές, ενώ η χρηματική ποινή διατηρείται ως κύρια ποινή της οποίας το ποσό δεν κρίνεται αυθαίρετα από το δικαστή, αλλά με βάση την οικονομική δυνατότητα του δράστη, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Θετικό σημείο αποτελεί η βελτίωση της ποινικής προστασίας των ανηλίκων και η ποινική μεταχείρισή τους με κριτήριο όχι την τιμωρία, αλλά την θεραπεία και την αναμόρφωση με σκοπό την κοινωνική ένταξή τους. Επίσης δέον να αναφερθεί η κατάργηση του άρ. 247 του ισχύοντος ΠΚ για την απεργία των δημοσίων υπαλλήλων η οποία θίγει την συνδικαλιστική ελευθερία.

Επέρχεται σημαντική βελτίωση στην ειδική διάταξη τιμώρησης του ρατσιστικού εγκλήματος, καθώς στο πλαίσιο ποινής το ελάχιστο όριο ποινής αυξάνεται κατά έξι μήνες, αν πρόκειται για πλημμέλημα που τιμωρείται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος, κατά ένα έτος στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων, και κατά δύο έτη αυξάνεται το ελάχιστο όριο ποινής, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων.

Ορίστηκε αυστηρότερο πλαίσιο ποινής, κάθειρξη ως δεκαπέντε χρόνια για τους διευθύνοντες εγκληματικές οργανώσεις, ενώ μετά τις εκκλήσεις από νομικούς κύκλους και από φορείς ανθρωπιστικών οργανώσεων και μκο, διευρύνθηκε ο ορισμός του βιασμού, καθώς εντάχθηκαν στο αδίκημα του βιασμού του άρ. 336 ΠΚ και άλλες μορφές πράξεων που πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, πλην του εξαναγκασμού με σωματική βία, με απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, όπως της επιχείρησης γενετήσιας πράξης, χωρίς την συναίνεση του παθόντος της  παρ. 5. Σημαντικές βελτιώσεις αποτελούν και οι προβλέψεις να διώκεται αυτεπάγγελτα η κακουργηματική απιστία και στα πλαίσια του ιδιωτικού τομέα προς αποφυγήν καταχρήσεων εκ μέρους των οργάνων διοίκησης μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών, ενώ η δωροδοκία πολιτικών προσώπων θα διώκεται αυτεπάγγελτα σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις που δεσμεύον τη χώρα.

Το θετικό πρόσημο των αλλαγών είναι ευρύ και το ΜέΡΑ25 καλοσωρίζει τις αλλαγές αυτές οι οποίες συγκλίνουν με το πνεύμα και τις προτάσεις του για εξορθολογισμό των ποινών και την προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων από τις καταχρήσεις της ποινικής καταστολής, όπως στις περιπτώσεις του αντιτρομοκρατικού νόμου την αντικατάσταση του οποίου έχει προτείνει το ΜέΡΑ25 ως επιτακτική με σεβασμό στα δικαιώματα του κατηγορουμένου και σύμφωνα με την αρχή της δίκαιης δίκης. Ο νέος ΠΚ προς το παρόν έχει προβλέψει επιεικέστερη μεταχείριση στην περίπτωση αυτών των εγκλημάτων.

Ωστόσο, εύλογο προβληματισμό και αντιδράσεις έχουν προκαλέσει οι διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την αντιμετώπιση αξιόποινων πράξεων που υπό τον ισχύοντα ΠΚ τιμωρούνται ως κακουργήματα να τιμωρούνται με το νέο ως πλημμελήματα, όπως των διακεκριμένων κλοπών κατ’επάγγελμα που τελούνται από συμμορίες, της διακεκριμένης απάτης και της πλαστογραφίας κατ’επάγγελμα με αντικείμενο περιουσιακής βλάβης από 30.000-120.000 ευρώ, της φοροδιαφυγής, της αρχαιοκαπηλίας, της λαθρεμπορίας, της μη καταβολής ΦΠΑ, διατάξεις οι οποίες σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του αρ. 2 ΠΚ για την αναδρομική ισχύ της επιεικέστερης διάταξης, μπορούν να οδηγήσουν σε μαζικές παραγραφές αδικημάτων και στην εξάλειψη του αξιοποίνου αυτών, δηλαδή στην ατιμωρησία αδικημάτων ιδιαίτερης κοινωνικοηθικής απαξίας. Στις περιπτώσεις μείωσης των ορίων ποινών σε δημοσίου ενδιαφέροντος εγκλήματα, ακολουθεί η χαλάρωση των υφ’όρων απόλυσης και οι μαζικές αποφυλακίσεις οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε ένα μπαράζ υποτροπής πράξεων διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας.

Στο πλαίσιο αυτό και εύλογα, η ‘Ενωση Εισαγγελέων έχει υπογραμμίσει ότι η περιστολή της έννοιας του υπαλλήλου στο άρ. 236 ΠΚ σε συνδυασμό με την κατάργηση του Ν.1608/50 και η υποβάθμιση σε πλημμέλημα της ενεργητικής δωροδοκίας θα οδηγήσουν σε παραγραφές υποθέσεις μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος με αντίστοιχο κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ειλικρίνεια των προθέσεων της Δικαιοσύνης για πάταξη της διαφθοράς ή της διαπλοκής.

Ο λόγος και ο σκοπός εξάλλου της αντίστοιχης πράξης δωροληψίας, όπως τυποποιείται στο νέο ΠΚ στο άρ. 235 ΠΚ, ως προς τη χρήση του ωφελήματος-δώρου στα πλαίσια υπηρεσιακών καθηκόντων, αλλά χωρίς να αντίκειται σε αυτά, μπορεί να αποβεί δικονομικά δυσαπόδεικτος και αυτό καθιστά το γράμμα της διάταξης προβληματικ, ως προς τις εκτροπές και τις καταχρήσεις δημοσίου ενδιαφέροντος στις οποίες μπορεί να οδηγήσει, και ως προς την υπέρμετρα επιεική μεταχείριση πράξεων δωροληψίας ως πλημμελήματος επειδή δε μπορεί να αποδειχθεί ότι τελέστηκαν με σκοπό να παρακαμφθούν οι δέουσες υπηρεσιακές ενέργειες και να μη τηρηθεί η υπηρεσιακή νομιμότητα, οπότε θα τιμωρούνταν ως κακούργημα.

Επίσης απορίες δημιουργούν οι καταργήσεις των άρ. 150 και 151 ΠΚ περί νόθευσης αποδεικτικών και περί κατάχρησης της πληρεξουσιότητας εκ μέρους πληρεξουσίου του ελληνικού κράτους ή συμμάχου του που αποτελούσαν σημαντικές ασφαλιστικές δικλείδες υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού κράτους και κατά πόσο η κατάργησή τους έχει πολιτικό πρόσημο.

Είναι αναμφίβολο ότι ο νέος ΠΚ είναι ένα πρωτοποριακό για το δικαιικό σύστημα και την έννομη τάξη της Ελλάδας πόνημα, προσαρμοσμένο στα ζητήματα που έχει επηρεάσει η επαναστατική τεχνολογική πρόοδος( βλ. διασυνοριακό έγκλημα, εγκλήματα στο διαδίκτυο), οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, εμφορούμενο από ένα δικαιοκρατικό και ανθρωποκεντρικό πνεύμα, που αντιμετωπίζει την αξιόποινη πράξη και το δράστη με γνώμονα την αρχή της επιείκειας, με σεβασμό στην αξία και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, στην αρχή του κράτους δικαίου και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ωστόσο δεν πρέπει να παροράται το γεγονός η εξάντληση της αρχής της επιείκειας στη μεταχείριση ως πλημμελημάτων, πράξεων βαρύνουσας σημασίας για την κοινωνική αρμονία και ισορροπία και για τη δημόσια τάξη, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ πράξης και ποινής, προκαλεί δυσαρμονία προφανή μεταξύ προσβολής εννόμου αγαθού και δικαιικής αποδοκιμασίας μέσω της ποινικής κύρωσης.

Εφόσον η ποινική κύρωση αποτελεί μέσο κρατικού καταναγκασμού ως απάντηση του δικαίου  απέναντι σε μία κοινωνικοηθικά ιδιαίτερα επιλήψιμη πράξη που προσβάλλει καίρια έννομα αγαθά, είναι αμφίβολο πόσο αποκαθίσταται εν τέλει η διαταραχή που προκαλεί ένα έγκλημα στη δημόσια τάξη, όταν η αρχή της επιείκειας εξαντλεί τα όριά της σε ένα επίπεδο που την ανάγει εν τέλει σε αρχή της ασυλίας και της ατιμωρησίας.

της Αγγελικής Αδαμοπούλου, Υπεύθυνη Τομέα Δικαιοσύνης & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΜέΡΑ25, Υποψήφια Βουλευτής Α’Αθήνας

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.