Το σκάνδαλο Novartis και η ανάγκη αναθεώρησης του άρ. 86 Σ. (υπουργική ασυλία)

Πολιτική
30 Ιαν, 2019

Οι πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με την πολύκροτη υπόθεση του σκανδάλου Novartis, ένα χρόνο μετά την αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή, με παραιτήσεις εισαγγελικών λειτουργών, όπως της Εισαγγελέως διαφθοράς, Ελένης Ράικου και του εποπτεύοντος των ερευνών, αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Αγγελή, οι οποίοι έχουν καταγγείλει δημόσια παρεμβάσεις και πρακτικές απόπειρας χειραγώγησής τους, ενώ σύμφωνα με πηγές τρία από τα δέκα εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα θα κληθούν να δώσουν εξηγήσεις για το κακούργημα της παθητικής δωροδοκίας, καθιστούν για πολλοστή φορά επίκαιρη και επιτακτική την συζήτηση για τις θεσμικές αλλαγές που απαιτούνται τόσο αναφορικά με την αναθεώρηση της διάταξης του άρ. 86 του Συντάγματος όσο και ως προς την εξυγίανση και θωράκιση της δικαιοσύνης.

Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, η απουσία ευρημάτων για ροή πολιτικού χρήματος και λοιπών αποδείξεων δωροληψίας, που θα ήταν κρίσιμο στοιχείο για την εξέλιξη της υπόθεσης, πέραν των μέχρι τώρα καταθέσεων των μαρτύρων, εγκυμονεί σοβαρά τον κίνδυνο να θεωρηθεί από τους εμπλεκόμενους ότι η δίωξή τους αποτελεί αμιγή πολιτική στοχοποίηση στα πλαίσια της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η λογική της πολιτικής στοχοποίησης αποτελεί ένα από τα κατεξοχήν επιχειρήματα υπέρ της εμπλοκής της Βουλής στην αναζήτηση της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Ωστόσο, η ιστορική θεώρηση με παραδείγματα υποθέσεων όπως η αναστολή της δίωξης κατά του Α.Παπανδρέου για τις τηλεφωνικές υποκλοπές και η δίωξη τέως υπουργών για το Βατοπαίδι από το αντιπροσωπευτικό όργανο, παρόλο που τα αδικήματα είχαν παραγραφεί βάσει της πρόβλεψης του άρ. 86 του Συντάγματος, η συγκριτική θεώρηση με παραδείγματα, όπως της Μεγάλης Βρετανίας και της Γροιλανδίας, όπου η ποινική δίωξη των υπουργών γίνεται βάσει των διατάξεων του κοινού ποινικού δικαίου, καθώς και η δογματική θεώρηση η οποία εσφαλμένως θεωρεί την κατηγορία κατά των υπουργών ως έχουσα πολιτικό χαρακτήρα, πλέον του νομικού, καταφάσκουν υπέρ της απεμπλοκής της ποινικής δίωξης των υπουργών από το κοινοβουλευτικό όργανο και της υπαγωγής της δίωξης των αξιόποινων πράξεών τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στις διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου. Ο έλεγχος της συνδρομής των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης μίας αξιόποινης πράξης από έναν Υπουργό δεν είναι πολιτικό, αλλά νομικό ζήτημα.

Πόσο μάλλον αν ληφθεί επιπλέον υπόψη η σύντομη παραγραφή που προβλέπεται συνταγματικά για τις πράξεις αυτές, δηλαδή του πέρατος της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου, που αρχίζει από την τέλεση του αδικήματος. Αφ’ής στιγμής διαβιβασθεί ο φάκελος της δικογραφίας στη Βουλή μέχρι η επιτροπή να συντάξει πόρισμα περί άσκησης ή μη της ποινικής δίωξης, είναι ένα εύλογο διάστημα εντός του οποίου μπορούν ως δια μαγείας να απολεσθούν αποδεικτικά στοιχεία, ενώ μέχρι να ολοκληρωθεί όλη η ποινική διαδικασία, αφού ασκηθεί η ποινική δίωξη από τη Βουλή, μπορεί να έχει συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής με αποτέλεσμα την ατιμωρησία των υπουργών, όπως έχει αποδείξει η πολιτική ιστορία μέχρι σήμερα.

Το ΜέΡΑ25, με αφορμή και την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, τονίζει την ανάγκη αναθεώρησης του άρ. 86 του Συντάγματος και την τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης Υπουργών, προτείνοντας την πλήρη απεμπλοκή της Βουλής από την ποινική δίωξη των υπουργών. Προς τούτο καθίσταται αναγκαία  η συνταγματική και νομοθετική πρόβλεψη της ανάθεσης του έργου αυτού σε ένα αποκλειστικά δικαστικό όργανο με σύνθεση πολυμελή από εισαγγελείς Εφετείου και του Αρείου Πάγου. Εξυπακούεται ότι θα πρέπει να καταργηθεί η σύντομη παραγραφή των αδικημάτων με δράστες τους υπουργούς και να υπαχθούν στις παραγραφές των αξιόποινων πράξεων του κοινού ποινικού δικαίου. Αυτό επιβάλλει η αρχή της ισονομίας και της διάκρισης των εξουσιών.

Το δικαιοδοτικό όργανο θα πρέπει να θωρακισθεί συνταγματικά και νομοθετικά με περισσότερες εγγυήσεις ανεξαρτησίας με σκοπό την αμερόληπτη και την απρόσκοπτη άσκηση των καθηκόντων του, ώστε να παγιωθεί σταδιακά μία μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς τη δικαστική εξουσία ως ρυθμιστή του κράτους δικαίου, απερίσπαστου από πολιτικά διακυβεύματα  και από την κοινή γνώμη, ικανού να βάλει ένα τέλος στην ασυλία των υπουργών. Αυτό επιβάλλει τόσο ο νομικός πολιτισμός μας, όσο και τα σκοτεινά παραδείγματα ατιμωρησίας πολιτικών προσώπων που χαρακτηρίζουν την πολιτική ζωή της Ελλάδας και προκαλούν κλυδωνισμούς στον ίδιο τον συνταγματικό χάρτη, ως νόμο ανώτερης τυπικής ισχύος.

Αναμφίβολα η ανάγκη αναθεώρησης του άρ. 86 του Σ. συμβαδίζει με την ανάγκη αναθεώρησης του άρ. 61 και 62 του Σ. καθώς συνήθως οι υπουργοί είναι και βουλευτές. Εντός αυτού του πλαισίου το ΜέΡΑ25 προτείνει την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, ή εναλλακτικά η άρνηση της Βουλής να χορηγήσει άδεια για άρση της ασυλίας δέον να τελεί υπό την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας και της μη παρεμπόδισης άσκησης του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη του προσώπου που κίνησε την σχετική διαδικασία δίωξης.

Τομέας Δικαιοσύνης & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΜέΡΑ25

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.