Οι απογοητευτικές μεταρρυθμίσεις της υπουργού Παιδείας στο Εκπαιδευτικό μας σύστημα

Αναδημοσιεύσεις
25 Αυγ, 2020

«Οι νομοθετικές ρυθμίσεις της Υπουργού είναι βαθιά συντηρητικές και αναχρονιστικές και καθιστούν τους μαθητές/μαθήτριες και τους εκπαιδευτικούς ευάλωτους, φοβικούς, ανταγωνιστικούς και εξαρτώμενους»

της Κωνσταντίνας Αδάμου, Βουλευτή Β΄ Θεσσαλονίκης ΜέΡΑ25, Ιστορικός – Φιλόλογος με μεταπτυχιακό στις Ευρωπαϊκές Πολιτικές Νεολαίας

Ανατρέχοντας στις διάφορες ενέργειες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων που αφορούν στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, είναι σαφές ότι η λέξη που τις χαρακτηρίζει απόλυτα, είναι «απογοητευτικές». Σε μία συγκυρία υγειονομικής και κοινωνικής κρίσης, λόγω της έξαρσης του κορωνοϊού και του lockdown, το Υπουργείο Παιδείας επέλεξε να σπαταλήσει το διάστημα του τελευταίου εξαμήνου σε πελατειακές εξυπηρετήσεις, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει τα πραγματικά ζητήματα που ταλαιπωρούν για δεκαετίες το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Παρ’ ότι η συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας στη διαβούλευση επι των νομοσχεδίων του Υπουργείου για τον υποτιθέμενο εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος ήταν ιδιαίτερα αυξημένη, οι γόνιμες και πολυδιάστατες προτάσεις που κατατέθηκαν, δεν υιοθετήθηκαν ή επιλεκτικώς αγνοήθηκαν.

Οι νομοθετικές παρεμβάσεις της Υπουργού δεν άγγιξαν στο ελάχιστο την επίλυση σοβαρότατων προβλημάτων που ενυπάρχουν στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και δε λήφθηκε κανένα μέτρο για την αναχαίτιση του bullying, την προώθηση της προσβασιμότητας των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και των ΑμεΑ σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, ή της αντικειμενικής αντιστοίχισης των τίτλων σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με επαγγελματικά δικαιώματα.

Το Υπουργείο δεν αντιμετώπισε σε κανένα βαθμό τις ελλείψεις σε ασφάλεια και συντήρηση των σχολικών κτιρίων και υποδομών, δεν ενίσχυσε τη διδασκαλία με μόνιμες προσλήψεις εκπαιδευτικών γενικής και ειδικής αγωγής, δε μερίμνησε για την εξασφάλιση άριστων συνθηκών υγιεινής και καθαριότητας στα σχολεία με προσλήψεις καθαριστών/καθαριστριών, τραπεζοκόμων ή σχολικών βοηθών και δεν προώθησε τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των σχολείων μέσω της τοποθέτησης σχολικών ιατρών, κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων σε αυτά. Οι παρεμβάσεις του Υπουργείου χαρακτηρίζονται από συντεχνιακές σκοπιμότητες, ιδεοληψίες και παρωχημένες πολιτικές αντιλήψεις, αποτελώντας χαρακτηριστικά που πρόκειται να αφομοιωθούν από τους νέους μας, μέσω του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Η υποβάθμιση της Κοινωνιολογίας, που εκφράστηκε πρόσφατα μέσα από την κατάργησή της ως πανελλαδικά εξεταζόμενο μάθημα, υποβαθμίζει την ολοκληρωμένη ανάπτυξη κριτικής σκέψης και κοινωνικών δεξιοτήτων των υποψήφιων φοιτητών/φοιτητριών, ενώ παράλληλα θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στην έρευνα, τη διδασκαλία και την κοινωνική συνεισφορά αυτών των τομέων της επιστημονικής γνώσης.

Η επαναφορά της Τράπεζας Θεμάτων, αυξάνει δραματικά τον εξεταστικό φόρτο των μαθητών/μαθητριών, ενώ η αναχρονιστική πρακτική του ελέγχου της συμπεριφοράς και της τιμωρίας, παγιώνεται με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο, μέσω της διαπόμπευσης και του κοινωνικού στιγματισμού που θα επιφέρει η αναγραφή σε επίσημα έγγραφα του κράτους, όπως είναι το απολυτήριο, της διαγωγής του μαθητή/της μαθήτριας. Ο προσανατολισμός των μαθητών/μαθητριών στο κυνήγι μίας στρεβλής «αριστείας» και η καλλιεργούμενη φοβικότητά τους απέναντι σε υποκειμενικά αξιολογικά κριτήρια (συμπεριφορικά, γνωστικά, κ.α.), δρουν εις βάρος της ανάπτυξης της δημιουργικότητας και της ελεύθερης και κριτικής σκέψης, επιβάλλοντας τελικά, συντηρητικά και αναχρονιστικά ιδεολογικά υπόβαθρα στους νέους και στις νέες μας.

Η «άλωση» του Δημόσιου Εκπαιδευτικού συστήματος από στελέχη που ταυτίζονται με τις ιδεολογικές αναφορές της Κυβέρνησης, είναι το επόμενο στάδιο της επιβολής του μηχανισμού της στο χώρο. Η δρομολογημένη διαδικασία επιλογής Διευθυντών Εκπαίδευσης ακυρώθηκε εν μία νυκτί, δίνοντας τη θέση της σε μία νέα fast – track διαδικασία, χωρίς σαφή κριτήρια επιλογής και χωρίς τη συμμετοχή αιρετών μελών στις Επιτροπές κρίσης.

Παράλληλα, με εγκύκλιο που κατήγγειλε τόσο η Διδασκαλική Ομοσπονδία Εκπαιδευτικών (ΔΟΕ) όσο και η Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ) και οι Διοικητικοί Υπάλληλοι, το Υπουργείο, μέσω αποσπάσεων και τοποθετήσεων των εκπαιδευτικών επιχειρεί να αποκρύψει τα πραγματικά κενά στην εκπαίδευση και τις πραγματικές ανάγκες σε εκπαιδευτικούς. Η τακτική της απόκρυψης των πραγματικών αναγκών του δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης, έγινε εμφανής με την περίπτωση της ανεπαρκούς χωροταξικής διεύρυνσης των εξεταστικών κέντρων ειδικών μαθημάτων στην περιφέρεια, κατόπιν διαμαρτυριών, αλλά και στην αυξομείωση των ωρολόγιων προγραμμάτων εκπαιδευτικών, κατά το δοκούν και χωρίς σαφή δεδομένα, με χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της δεύτερης ξένης γλώσσας.

Επιπροσθέτως, υποδεικνύοντας μία ακατανόητη αδράνεια, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων ευθύνεται εξ’ ολοκλήρου για το χάος που δημιουργήθηκε στις δρομολογημένες προσλήψεις αναπληρωτών καθηγητών, λόγω τεχνικής δυσλειτουργίας στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, η οποία είχε επισημανθεί στην Υπουργό στο πλαίσιο παλιότερης προκήρυξης. Παρά τις επανειλημμένες και έντονες διαμαρτυρίες των εκπαιδευτικών που αποκλείστηκαν για τον επουσιώδη λόγο της μη καταβολής ενός παραβόλου αξίας 3€, η Υπουργός επέλεξε να μην προχωρήσει σε ευεργετική νομοθετική ρύθμιση, αγνοώντας επιδεικτικά τα αιτήματά τους και καταδικάζοντάς εκατοντάδες εκπαιδευτικούς στην ανεργία, για τη φετινή σχολική χρονιά παράλληλα με τον αποκλεισμό τους από όμοιες προκηρύξεις τα επόμενα 2 χρόνια.

Παράλληλα, με νέα Υπουργική Απόφαση σχετικά με τη διαδικασία πρόσληψης και τοποθέτησης αναπληρωτών εκπαιδευτικών, η Υπουργός απεμπολεί τα κοινωνικά κριτήρια, τις περιπτώσεις βαριά πασχόντων και τις αναπηρίες, θέτοντας εν αμφιβόλω την ύπαρξη ίσων ευκαιριών και «κράτους δικαίου».

Συν ταύτα, με τις πρόσφατες παρεμβάσεις του Υπουργείου για την Ιδιωτική Εκπαίδευση, έγινε φανερό ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, απορρυθμίζει πλήρως την αγορά εργασίας των εκπαιδευτικών, ενώ επιτρέπει την καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων τους.

Με την άρση της εποπτείας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και την απελευθέρωση των απολύσεων, παγιώνεται η εξάρτηση του διδακτικού προσωπικού από τον επιχειρηματία και ακυρώνεται πρακτικά η αυτονομία των εκπαιδευτικών στην ιδιωτική εκπαίδευση. Παράλληλα, με τη συμμετοχή των ιδιοκτητών στις συνεδριάσεις των συλλόγων των εκπαιδευτικών, επιχειρείται η χειραγώγησή τους και τελικά, ο πλήρης έλεγχός τους. Οι εκπαιδευτικοί στην Ιδιωτική Εκπαίδευση καθίστανται φοβικοί και ελεγχόμενοι, γεγονός που αντιτίθεται στο πνεύμα της ακηδεμόνευτης και ελεύθερης παιδείας.

Η συγκέντρωση μίας πλειάδας παρεχόμενων υπηρεσιών σε μεγάλα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ευνοείται προκλητικά με τη διεύρυνση του ωρολόγιου προγράμματος των εκπαιδευτικών της Ιδιωτικής Εκπαίδευσης. Η παρέμβαση αυτή, σε συνδυασμό με την αχρείαστη επαναφορά παλαιότερων μνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας μας, σχετικά με τη συστέγαση των ιδιωτικών σχολείων με άλλα ξένα σχολεία, κέντρα δια βίου μάθησης, κέντρα ξένων γλωσσών, φροντιστήρια, καθώς και με άλλους φορείς, θα μετατρέψουν τα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια σε «πολυκαταστήματα» παροχής «εκπαιδευτικού τύπου» υπηρεσιών, τα οποία θα λειτουργούν αποκλειστικά με βάση το κέρδος και θα συσχετίζονται με τις διακυμάνσεις της προσφοράς και της ζήτησης. Η ποιότητα της παρεχόμενης παιδειας από τέτοιου τύπου Εκπαιδευτήρια είναι τουλάχιστον αμφισβητούμενη, λαμβάνοντας κυρίως υπ’ όψιν το πρόσφατο περιστατικό διαγραφής απουσιών και καταστροφής των απουσιολογίων στο Κολλέγιο Αθηνών, το οποίο κατήγγειλε η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ).

Άλλωστε, οι δείκτες ποιότητας των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων σχετικά με τα ποσοστά επιτυχίας στις εξετάσεις και της μετέπειτα επαγγελματικής αποκατάστασης των μαθητών/μαθητριών, είναι τουλάχιστον υποκειμενικοί.

Εν όψει του δεύτερου κύματος του κορωνοϊου, η αύξηση των μαθητών στα δημόσια σχολεία ανά τμήμα από 22 στους 25 και η μετατροπή των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων σε συστεγασμένα «πολυκαταστήματα», φανερώνει την πλήρη αδιαφορία του Υπουργείου για την τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους αυτούς.

Παράλληλα, με τις αδιαφανείς διαδικασίες επιλογής ηλεκτρονικών πλατφορμών τηλε-εκπαίδευσης, το Υπουργείο βρίσκεται έκθετο και απολύτως υπεύθυνο για οποιαδήποτε πιθανή παραβίαση των προσωπικών δεδομένων μαθητών/μαθητριών και εκπαιδευτικών.

Εν όψει μίας δύσκολης νέας σχολικής χρονιάς, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων παραμένει αμήχανο σχετικά με τον προγραμματισμό και τη διαχείριση των ανθρώπινων και υλικοτεχνικών πόρων του.

Με τις μέχρι σήμερα παρεμβάσεις της, η Υπουργός δεν επέλυσε κανένα από τα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις της Υπουργού είναι βαθιά συντηρητικές και αναχρονιστικές και καθιστούν τους μαθητές/μαθήτριες και τους εκπαιδευτικούς ευάλωτους, φοβικούς, ανταγωνιστικούς και εξαρτώμενους. Η ελεύθερη και δημιουργική σκέψη που πρέπει να καλλιεργείται στα σχολεία μέσα από ζυμώσεις και σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών/μαθητριών τίθεται πλέον υπό παρακολούθηση. Είναι σαφές ότι οι μεταρρυθμίσεις που επέβαλε η Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων στο εκπαιδευτικό μας σύστημα ταυτίζονται με την ιδεολογική κατεύθυνσή της.

Είναι ωστόσο απαραίτητο να διερωτηθούμε:

Κατά πόσο οι μεταρρυθμίσεις αυτές ανταποκρίνονται στις ανάγκες του εκπαιδευτικού μας συστήματος και που ακριβώς συνεισφέρουν στη βελτίωση του και στη δημιουργία μια ολόπλευρης και σφαιρικής παιδείας;

Η Υπουργός θα πρέπει με ειλικρίνεια να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, όπως και στο πλήθος σχετικών ερωτήσεων που της έχω απευθύνει όλους αυτούς τους μήνες, μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τις οποίες έχει επιδεικτικά αγνοήσει.

Πηγή: alfavita.gr

 

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.