Ο ευφημισμός του “Αναπτυξιακού” Προϋπολογισμού

Πολιτική
18 Δεκ, 2019

Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων προβλέπει δαπάνες 6,7 δισ. ευρώ, ένα ποσό σταθερό από το 2011 και σχεδόν 2 δισ. χαμηλότερο από αυτό που προέβλεπε ο τελευταίος προ μνημονίων προϋπολογισμός, αυτός του 2010. Μα ακόμη κι αυτές οι ήδη περικομμένες δημόσιες επενδύσεις κάθε χρόνο μένουν ανεκτέλεστες σε ποσοστό τουλάχιστον 10% για να υπηρετηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα. Ο προϋπολογισμός 2020 προβλέπει τυπικά μια μικρή αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, κατά 600 εκατ. σε σχέση με τη φετινή πρόβλεψη, αλλά αν λάβουμε υπόψη ότι από το φετινό ΠΔΕ, στο δεκάμηνο 800 εκατ. μένουν ανεκτέλεστα και προφανώς θα μείνουν ανεκτέλεστα μέχρι το τέλος του έτους, πρόκειται για μια λογιστική μόνο αύξηση, που προφανώς θα χαθεί στη μαύρη τρύπα του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να αντιτάξουμε στον ευφημισμό της κυβέρνησης για “αναπτυξιακό προϋπολογισμό”, την κλασική κεϋνσιανή θεωρία της παγίδας ρευστότητας, που περιγράφει απόλυτα την κατάσταση τόσο στην Ευρωζώνη γενικότερα, όσο και στην Ελλάδα ειδικότερα.

Τι σημαίνει παγίδα ρευστότητας; Αρνητικές προσδοκίες, τόσο των επιχειρηματιών, κυρίως, όσο, δευτερευόντως, και των καταναλωτών. Όσοι κατέχουν κεφάλαιο δεν προβαίνουν σε επενδύσεις, θεωρώντας πως το εγγυς χρονικά οικονομικό περιβάλλον δεν θα αποφέρει τις απαιτούμενες αποδόσεις. Συνέπεια αυτού είναι να διακρατούν τα κεφάλαια λιμνάζοντα, idle, περιμένοντας τα πραγματικά επιτόκια να ανέβουν, πρακτικά δλδ να αλλάξουν οι προσδοκίες σε θετικές.

Κι εδώ μπαίνει ο Κέυνς. Η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης, νομισματική πολιτική, δεν θεραπεύει το πρόβλημα της παγίδας ρευστότητας, δεν ανατρέπει τις προσδοκίες προς το θετικότερο, καθώς το με μηδενικά ή και με αρνητικά επιτόκια χρήμα προς δανεισμό δεν φτάνει στην πραγματική οικονομία, αυξάνοντας την ενεργό ζήτηση, που είναι και το ζητούμενο. Ο Κέυνς υποστήριζε, και σωστά, πως μόνο μέσω επεκτατικής – γενναία επεκτατικής – δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί να βγεί μια οικονομία από την παγίδα ρευστότητας, από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των αρνητικών προσδοκιών, που αναπαράγονται με τον μηχανισμό της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, τον βασικό μηχανισμό λειτουργίας της κοινωνικής οικονομίας.

Ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι στην τελευταία του ομιλία ως πρόεδρος της ΕΚΤ έκλεισε λέγοντας πως η νομισματική πολιτική, βλ. Ποσοτική Χαλάρωση, είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει και απαιτείται δημοσιονομική πολιτική για να βγει η ΟΝΕ από τη στασιμότητα/οιονεί ύφεση.

Η προσδοκίες στην Ελλάδα είναι εξ ορισμού αρνητικές. Ο λόγος είναι το μόνιμο έλλειμμα του ΙΤ έναντι του ΔΤ μεσω της ετήσιας αφαίμαξης του πρώτου, περί τα 6,3δισ€ ετησίως μέχρι το 2022, ή ’21 όπως ευαγγελίζεται η κυβέρνηση ότι θα επιτύχει, και περίπου 4δισ€ μέχρι και το 2060!

Η κυβέρνηση λοιπόν μας φέρνει ένα αναιμικότατο ΠΔΕ, ίδιου ύψους με όλους τους μνημονιακους προϋπολογισμούς, με το μεγαλύτερο μέρος του να κατευθύνεται εντέλει στην κάλυψη των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος. Χωρίς όμως μια γενναία δημοσιονομική ένεση στην οικονομία μας είναι τουλάχιστον εμπαιγμός η κυβέρνηση της ΝΔ να μιλά για αναπτυξιακό προϋπολογισμό. Χωρίς το δημόσιο να κάνει το αναπτυξιακό έναυσμα με ευρείες επενδύσεις, και δη στη πράσινη μετάβαση, βιώσιμες μακροπρόθεσμα δλδ, οι προσδοκίες δεν πρόκειται να ανατραπούν σε θετικές.

Όσο το ελληνικό δημόσιο παραμένει δέσμιο της μονιμοποιημενης λιτότητας που έχουν επιβάλλει οι δανειστές, δεν δικαιούται καμμία κυβέρνηση να μιλά για αναπτυξιακό προϋπολογισμό.