Πατριωτικό καθήκον η υπέρβαση του «Μακεδονικού»

Πολιτική
26 Μαΐ, 2018

Αρχές του 2018 δεν δικαιούμαστε να επιτρέψουμε στον απόηχο του εικοσιπενταετούς σήριαλ του «Μακεδονικού» να στοιχειώσει την νέα χρονιά.

Ένα τέταρτο αιώνα έχει περάσει από τo 1991. Ένα τέταρτο αιώνα κατά την διάρκεια του οποίου η Ελλάδα πέρασε από το ψεύδος της ευημερίας στο όνειδος της αυτοτροφοδοτούμενης λιτότητας, το οποίο έφερε την ουσιαστική απώλεια εθνικής κυριαρχίας.

Η χώρα μας σήμερα βρίσκεται γονατισμένη, σε κατάσταση μόνιμης κρίσης, υπό τα δεσμά μιας χρεοδουλοπαροικίας που μονιμοποιείται την ώρα που τρόικα και κυβέρνηση προσποιούνται ότι ήγγικεν το τέλος της. Την στιγμή αυτή, τώρα που η πατρίδα ερημοποιείται – με τους νέους να μεταναστεύουν καθημερινά και τις  επιχειρήσεις είτε να κλείνουν είτε να αποχωρούν – οι υπερ-πατριωτικές κορώνες για την ονομασία της γειτονικής χώρας αποτελούν άκρον άωτον υποκρισίας.

Το 2018 ο αυθεντικός πατριωτισμός απαιτεί από εμάς να μην αποπροσανατολιστούμε από το μέγα ζητούμενο της εποχής μας: την απελευθέρωση της χώρας από τους δανειστές και την ιδιόμορφη αποικία χρέους στην όποια έχουν καταδικάσει (σε αγαστή συνεργασία με την εγχώρια ολιγαρχία) την συντριπτική πλειοψηφία των ελλήνων.

Για να αποτραπεί αυτός ο αποπροσανατολισμός, και να επανακτήσουμε την εθνική και λαϊκή κυριαρχία που έχουμε τόσο τραγικά απωλέσει, απαιτείται λογική, αρετή αλλά και τόλμη.

Πρώτα απ’ όλα απαιτείται ψύχραιμη αποτίμηση δύο ξεκάθαρων δεδομένων:

 

  1. Η Αρχαία Μακεδονία, προφανώς, ήταν απολύτως και αποκλειστικά ελληνική – όσο ελληνική ήταν κι η Σπάρτη, η Θήβα, η Αθήνα, η Έφεσσος
  2. Η γεωγραφική περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας δεν είναι σήμερα ελληνική, αλλά μοιράζεται μεταξύ τριών τουλάχιστον κρατών (ένα εκ των οποίων η Ελλάδα)

Συνεπώς, ενώ το σύνθημα «Η Αρχαία Μακεδονία ήταν ελληνική» είναι απολύτως ορθόν, το σύνθημα του 1991 «Η Μακεδονία ήταν και θα είναι ελληνική» είναι ανακριβές, εκτός κι αν εννοούμε ότι εθνικός μας στόχος είναι η βίαιη προσάρτηση περιοχών της Βαλκανικής που σήμερα ανήκουν σε άλλες χώρες – ένας παρανοϊκός και επικίνδυνος στόχος που κανείς σώφρων πατριώτης δεν ενστερνίζεται.

Περνάμε τώρα στο δεύτερο ζήτημα: Ποιός δικαιούται να παρουσιάζεται ως Μακεδόνας, και ποιος όχι; Εδώ υπάρχουν δύο απόψεις.

Μία άποψη είναι ότι μόνον οι Έλληνες έχουμε το δικαίωμα να αυτο-προσδιοριζόμαστε ως Μακεδόνες, εφόσον βέβαια μεγαλώσαμε ή ζούμε στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας – καθώς ένας Κρητικός που ζει στην Κρήτη ούτε θέλει, φαντάζομαι, ούτε έχει νόημα να αποκαλείται Μακεδόνας. Από την άλλη, γνωρίζω Κρητικούς που μετά μερικά χρόνια στην Μακεδονία θεωρούν τους εαυτούς τους, εύλογα, (και) Μακεδόνες. Το ερώτημα όμως τίθεται: Ένας μη Έλληνας που ζει χρόνια πολλά στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας δεν μπορεί να αισθάνεται, να αυτο-προσδιορίζεται Μακεδόνας; Γνωρίζω, π.χ., ζευγάρι Άγγλων που ζουν στην Βόρεια Ελλάδα από το 1975, όπου μεγάλωσαν τρία παιδιά τα οποία (εύλογα) νιώθουν Έλληνες, Άγγλοι και Μακεδόνες. Θα αρνηθεί κανείς το δικαίωμα σε αυτά τα παιδιά να αυτο-προσδιορίζονται Μακεδόνες; Σε ποια βάση; Ότι μόνο οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να απονέμουν τον τίτλο του (επίτιμου;) Μακεδόνα σε όποιον ζει ή μεγάλωσε στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας;

Έτσι προκύπτει η δεύτερη άποψη: Το δικαίωμα (όχι βέβαια την υποχρεώση) στον αυτο-προσδιορισμό «Μακεδόνας» το έχουν όσοι ζουν ή μεγάλωσαν στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας. Όπερ μεθερμηνευόμενον, και οι κάτοικοι των Σκοπίων, του Τετόβου, χωριών και πόλεων της Βουλγαρίας που εμπίπτουν στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας.

Ερχόμαστε έτσι στο τρίτο ζήτημα: Ποιά περιοχή, νομός ή κράτος έχει το δικαίωμα στην λέξη (ή παράγωγα της λέξης) «Μακεδονία»; Αν οι κάτοικοι μιας τοπικής κοινωνίας αισθάνονται Μακεδόνες, το να τους στερήσει κανείς το δικαίωμα της χρήσης παράγωγου της λέξης «Μακεδονία» ή «Μακεδονικού» στο τοπωνύμιό τους έχει βάση μόνον αν είτε (α) κανένας νομός, πόλη, περιφέρεια ή κράτος δεν έχει το δικαίωμα στην λέξη αυτή είτε (β) το μονοπώλιο της εν λόγω λέξης ανήκει σε άτομα ή κρατικούς θεσμούς με ελληνική ιθαγένεια.

Το να μην μπορεί κανένας νομός, πόλη ή κράτος στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας να χρησιμοποιεί την λέξη Μακεδονία ή παράγωγά της είναι αστείο και απορριπτέο (κατ’ αρχάς από τους Έλληνες Μακεδόνες). Το να απαιτείται ελληνική άδεια για την χρήση του όρου Μακεδονία σε πόλεις και κρατικές οντότητες στην γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας όπου ζουν μη έλληνες που όμως νιώθουν Μακεδόνες συγκρούεται με την λογική και υπερβαίνει τα όρια του ρατσισμού.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο τέταρτο και φλέγον ζήτημα: Δικαιούται κράτος επί της γεωγραφικής περιοχής της αρχαίας Μακεδονίας να αποκαλείται «Δημοκρατία της Μακεδονίας»; Η ένσταση σε μια τέτοια ονομασία όσων συμφωνούν με τα πιο πάνω επικεντρώνεται στο εξής σημείο: Άλλο το να δικαιούσαι να νιώθεις Μακεδόνας (ανεξάρτητα εθνότητας, γλώσσας κλπ) λόγω της σχέσης σου με την γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας ή να ταυτίζεις τον τόπο σου με την Μακεδονία. Και άλλο να προσπαθείς να μονοπωλήσεις τον όρο Μακεδονία, αφήνοντας υπονοούμενα αλυτρωτισμού και καλλιεργώντας τον επεκτατισμό της εν λόγω Δημοκρατίας εναντίον, π.χ., της ελληνικής Μακεδονίας.

Το συμπέρασμα είναι απλό: Ονομασία που κάνει χρήση της λέξης «Μακεδονία», ή παραγώγων της, είναι θεμιτή εφόσον δεν την μονοπωλεί ο χρήστης της παραπέμποντας σε αλυτρωτισμό-επεκτατισμό. Τρόποι για να δηλωθεί ευθαρσώς (και με ισχύ στο Διεθνές Δίκαιο) η μη μονοπώληση, και να εξορκιστεί ο αλυτρωτισμός-επεκτατισμός, υπάρχουν πολλοί – εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση Σκοπίων και Αθηνών.

του Γραμματέα του ΜεΡΑ25 Γιάνη Βαρουφάκη

ΥΓ. Επί προσωπικού

Γνωρίζοντας ότι θα στενοχωρήσω φίλους, και θα χαροποιήσω αντιπάλους, νιώθω την ανάγκη να προχωρήσω πέραν της πιο πάνω ανάλυσης, αναφερόμενος στην προσωπική μου αντιμετώπιση του νεώτερου «Μακεδονικού» ζητήματος.

Από το 1991 θεωρούσα ότι μπαίναμε σε περιπέτεια άνευ ουσιαστικού λόγου, εμφανίζοντας παγκοσμίως μια εικόνα που δεν μας τιμά. Τα καμώματα των Σκοπιανών (με τους Μεγάλους Αλέξανδρους και τον χυδαίο τους αλυτρωτισμό) τα έβλεπα – και τα βλέπω – όπως έβλεπα, μικρό παιδί, τα άρματα και τους κίονες των συνταγματαρχών στο Καλλιμάρμαρο: με αποστροφή και ειρωνεία. Το ίδιο όμως ακριβώς ένιωθα βλέποντας τα δικά μας καμώματα και τις υστερίες.

  • Ευχόμουν να είμαστε, ως λαός, υπεράνω – να έχουμε το σθένος και την αρετή να αντιδράσουμε στους εθνικιστές της γείτονος με χιούμορ – να λέμε «αν θέλετε να ονομάζεστε Κλίγκον (Σημ. Οι εχθροί του Κάπτεν Κερκ στο… Σταρ Τρεκ), δεν έχουμε αντίρρηση. Αν θέλετε να δανειστείτε τον όρο «Δημοκρατία των Αθηνών ή της Σπάρτης», ή ό,τι άλλο, κοπιάστε.»
  • Ευχόμουν ακόμα να μπορέσουμε να διακρίνουμε τη σημασία της αποφυγής ενός εμφύλιου πολέμου στα σύνορά μας μεταξύ Αλβανών και Σλάβων – ένας εμφύλιος που (αντίθετα με την Βοσνία και το Κόσοβο) απεφεύχθη (τουλάχιστον έως σήμερα) σε μεγάλο βαθμό επειδή Σλάβοι και Αλβανοί βρήκαν μια δανεική ταυτότητα (την «Μακεδονική») για να τους ενώνει.
  • Ευχόμουν να επικεντρωθούμε όχι στο όνομα αλλά στην αποφασιστικότητα με την οποία θα υπογραφούν συνθήκες και πρωτόκολλα που θα αποτρέπουν τον αλυτρωτισμό-επεκτατισμό.

Αυτές οι «ευχές» δεν ευωδόθηκαν. Ως αποτέλεσμα, χάσαμε ένα τέταρτο του αιώνα ενώ η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αναγνωριζόταν από την πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη και οι εθνικιστές (και από τις δύο πλευρές των συνόρων) ωφελούνταν από την αποξένωση/εχθρότητα μεταξύ ενός φτωχού σλαβο-αλβανικού λαού και του (υπό διαδικασία πτωχοποίησης) ελληνικού λαού.

Θα κλείσω με μήνυμα που έλαβα πρόσφατα από τον Τάκη Μίχα από την Λατινική Αμερική –  το οποίο συμπληρώνει πλήρως τα συναισθήματά μου:

«Και, τώρα που ξαναρχίζει με αφορμή το  Μακεδονικό η εθνικιστική υστερία, θυμάμαι με νοσταλγία τις εθνικές γιορτές στην Κουένκα των Άνδεων που ζούσα. Οι μαθητές, οι στρατιώτες και οι πολίτες παρήλαυναν χορεύοντας τοπικούς χορούς μπροστά απο τους επίσημους μεταξύ των οποίων την πιο περίοπτη θεση δεν είχε ούτε ο βουλευτής ούτε ο νομάρχης ούτε ο μητροπολίτης, αλλα η Βασίλισσα των Καλλιστείων της πόλης! Ούτε άκουσα ιερωμένο της Καθολικής Εκκλησίας να προωθεί την αντίληψη μιας «εθνικής θρησκείας». Και στις ομιλίες των επισήμων ποτέ δεν άκουσα κηρύγματα μίσους ή αλυτρωτισμού εναντίον  «προαιώνιων» εχθρών,  παρ’ όλο που φυσικά μπροστά στην Ισπανική κατοχή η Οθωμανική ήταν υπόδειγμα πολιτισμού. Και η ημέρα της εθνικής εορτής ήταν μια τεράστια φιέστα με κονσέρτα κλασσικής και μοντέρνας μουσικής, εκθέσεις ζωγραφικής, επιδείξεις γαστρονομίας, χορούς στους δρόμους κλπ. με φυσικά έντονη την παρουσία των διάφορων φυλών Ινδιάνων τις οποίες η κυβέρνηση της χώρας αναγνωρίζει ως εθνότητες».

Γιάνης Βαρουφάκης, Γραμματέας ΜέΡΑ25