Κλέων Γρηγοριάδης – Ομιλία στη Βουλή για τον Εκλογικό Νόμο 23/01/2020

Ομιλίες ολομέλειας
23 Ιαν, 2020

ΚΛΕΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, νομίζω -και αυτήν τη φορά απευθύνομαι σε όλους μας, σε όλα τα κόμματα και στους συντρόφους μου και στους συνοδοιπόρους μου στο ΜέΡΑ25, αλλά και στον ίδιο μου τον εαυτό- ότι το βασικό διακύβευμα της σημερινής μας συζήτησης είναι ουσιαστικά ένα και μόνο απλό ερώτημα: Θα συνεχίσουμε να δεχόμαστε και οι τριακόσιοι, που εκπροσωπούμε τον ελληνικό λαό σε αυτή τη Βουλή, η ψήφος μας να μετράει περισσότερο από την ψήφο κάποιων άλλων συμπατριωτών μας; Ναι ή όχι; Είναι -επιτρέψτε μου να πω- ένα θεμελιώδες ερώτημα αυτό για την ίδια τη δημοκρατία μας.

Θα σας προσωποποιήσω λίγο το πράγμα, για να το νιώσετε βαθύτερα. Θα συνεχίσει να είναι εντάξει η συνείδησή μας με το γεγονός ότι η ψήφος μου, για παράδειγμα, μετράει αυτήν τη στιγμή περισσότερο από την ψήφο της κ. Δέσποινας Κουτσούμπα ή από την ψήφο της κ. Ζωής Κωνσταντοπούλου; Θα συνεχίσουμε να μπορούμε να ισχυριζόμαστε εδώ από αυτό το Βήμα ότι, ενώ η ψήφος του καθενός εξ ημών των τριακοσίων, αλλά και των ψηφοφόρων μας, μετράει περισσότερο από τις ψήφους των δύο προαναφερθέντων συμπολιτών μας και των ψηφοφόρων τους φυσικά, εν τούτοις συνεχίζουμε να έχουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία; Γιατί αν οι ψήφοι όσων επέλεξαν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή την Πλεύση Ελευθερίας να τους αντιπροσωπεύουν μετρούσαν το ίδιο με τις δικές μας ψήφους, τότε τα δύο αυτά κόμματα θα είχαν αρκετούς Βουλευτές σήμερα, που θα βρίσκονταν εδώ σε αυτήν τη Βουλή των Ελλήνων ανάμεσά μας.

Είναι νομίζω, λοιπόν, από αυτόν και μόνο τον απλό συλλογισμό που μόλις σας παρέθεσα αυταπόδεικτο ότι, όσο ο εκλογικός νόμος της χώρας μας περιέχει οποιοδήποτε στοιχείο ενίσχυσης της αναλογικότητας, η χώρα μας δεν έχει φτάσει ακόμα στη δημοκρατία.
Σας κοιτάζω, λοιπόν, αυτή τη στιγμή από εδώ όλους στα μάτια και σας ρωτάω: Είμαστε εντάξει με τη συνείδησή μας το βράδυ όταν πέφτουμε για ύπνο στο κρεβάτι μας; Μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι με την ψυχή μας ελαφριά, ενώ γνωρίζουμε πως κάποιοι από μας εδώ μέσα έχουν βρεθεί μόνο και μόνο με την υφαρπαγή ψήφων συμπολιτών μας, οι οποίοι ουδέποτε επέλεξαν εμάς για αντιπροσώπους τους;

Γνωρίζω ότι οι περισσότεροι από εσάς -ίσως όλοι σας- έχετε λάβει μόρφωση πραγματικά υψηλού επιπέδου. Μέσα από αυτήν τη μόρφωση και την παιδεία σας είμαι σίγουρος -και συχνά μάλιστα το αποδεικνύετε εδώ μέσα- ότι έχετε μετάσχει του πνεύματος του παγκόσμιου πολιτισμού μας, του πολιτισμού της ανθρωπότητας μας.

Είμαι επίσης σίγουρος πως η βαθύτερη από τον μέσο συμπατριώτη μας επαφή σας με τον παγκόσμιο αυτό ανθρώπινο πολιτισμό σάς έχει χαρίσει ευαισθησίες, αρχές και ιδανικά.

Θέλω ακόμα να πιστεύω πως, ανεξαρτήτως παρατάξεως, αυτή η ευαισθησία, οι αρχές και τα ιδανικά έχουν οδηγήσει τους περισσότερους από εσάς να εισέλθετε στην πολιτική, με κύριο σκοπό να προσφέρετε ό,τι μπορείτε στην κοινωνία και στους πολίτες της ο καθένας με τις δυνάμεις του.

Σας κοιτάζω, λοιπόν, για άλλη μία φορά ξανά στα μάτια και σας ρωτάω όλους σας ευθέως: Ο Αισχύλος μας, ο μεγάλος τραγικός μας -ο μεγαλύτερος κατά τους περισσότερους αναλυτές- θυμίζω ότι σταμάτησε να γράφει τραγωδίες για να πάρει την ασπίδα και το δόρυ του και να πάει να πολεμήσει στον Μαραθώνα, στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, όπως και πριν από αυτό στη Ναυμαχία του Αρτεμισίου, και όταν γύρισε νικητής από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας έγραψε τη σημαντικότερη ίσως τραγωδία του, τους «Πέρσες», που παρουσιάστηκε στα Μεγάλα Διονύσια και μάλιστα μόλις επτά χρόνια μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας με θέμα το σπαρακτικό δράμα των ηττημένων αντιπάλων ιδωμένο και διατυπωμένο μάλιστα μόνο από την αντίπαλη πλευρά, αυτήν των Περσών και όχι τη δική του ή των Ελλήνων, παραδίδοντας συγχρόνως έτσι βέβαια μαθήματα πολιτισμού, ουμανισμού και αλληλεγγύης.

Νομίζετε ή πιστεύετε ότι ο Αισχύλος μας θα ήταν ποτέ διατεθειμένος να δεχθεί ότι πριν από σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια η ψήφος οποιουδήποτε Αθηναίου πολίτη θα ζύγιζε έστω και ένα γραμμάριο λιγότερο από τη δική του κάθε φορά που ψήφιζε μαζί με τους περίπου σαράντα εννέα χιλιάδες εννιακόσιους ενενήντα εννιά συμπολίτες του στην Εκκλησία του Δήμου;

Βέβαια, θα μου πείτε τώρα: «Ε, μη μας συγκρίνεις με τους αρχαίους! Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ μπροστά από εμάς.». Φαντάζεστε, για παράδειγμα, -λέω το παράδειγμα για να δείτε πόσο μπροστά από εμάς ήταν – μετά από έναν νικηφόρο για εμάς ελληνοτουρκικό πόλεμο να έγραφε κάτι ανάλογο ο Μίκης Θεοδωράκης μας ή ο Νίκος Καζαντζάκης μας, δηλαδή, το δράμα των ηττημένων Τούρκων να περιγράφεται γλαφυρά και μάλιστα μόνο από την πλευρά τους και ενώ ακόμη θα κάπνιζαν εδώ γύρω οι κάννες πάνω από τους φρέσκους τάφους των παιδιών μας, των δικών μας παιδιών; Όχι, βέβαια, πιθανότατα σήμερα εμείς, οι νεοέλληνες θα κρεμούσαμε και τους δύο εδώ δίπλα στην Πλατεία Συντάγματος, εδώ απ’ έξω.

Αυτοί οι αρχαίοι άνθρωποι, που ασφαλέστατα και ήταν πολύ μπροστά από εμάς, έφτασαν στον «χρυσό» αιώνα τους τετρακόσια χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός, περπατώντας ακριβώς πάνω στην απολύτως άμεση δημοκρατία τους.

Όπως ξέρετε, βέβαια, όλοι σας, δεν καταδέχονταν καν να εκλέξουν αντιπροσώπους. Αντιπροσώπευαν κάθε φορά οι ίδιοι τον εαυτό τους. Είχαν πετύχει από τότε να είναι συμμετοχικοί πολίτες και να σηκώνουν στις πλάτες τους οι ίδιοι την ευθύνη της ύπαρξής τους.

Δεν σας θυμίζει τίποτε αυτό; Μάλλον όχι. Όμως εμένα μου θυμίζει και μου παραθυμίζει. Μου θυμίζει τα ΔΙΑΣΚΕΠ, δηλαδή, τα συμμετοχικά συμβούλια των πολιτών που εισηγούμαστε εδώ και επτά μήνες για να αντικαταστήσουν ένα μεγάλο μέρος της αντιπροσώπευσης των πολιτών από τις πολιτικές δυνάμεις και από τα κόμματα του τόπου μας.

Αφού, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η εξουσία πηγάζει από τον λαό και καταλήγει στον λαό, ο λαός τελικά θα πρέπει να μπορεί αποφασίζει ο ίδιος χωρίς κανέναν αντιπρόσωπο.

Ώσπου, όμως, να φτάσουμε εκεί, σε ένα απώτατο μέλλον που θα μας φέρει παραδόξως ταυτοχρόνως και δυόμισι χιλιάδες χρόνια πίσω στο παρελθόν, νομίζω ότι καλό θα είναι να σταματήσουμε, τουλάχιστον, να κλέβουμε τις ψήφους των συμπατριωτών μας.

Τώρα, λοιπόν, θα κοιτάξω στα μάτια μόνο τους πρώην συντρόφους μας του ΣΥΡΙΖΑ για να σας ρωτήσω: Βρε παιδιά, στα σοβαρά είχατε την ευκαιρία να αλλάξετε τον εκλογικό νόμο και αφήσατε το πλαφόν του 3% που εμπόδισε στις τελευταίες εκλογές έξι κόμματα να μπουν στη Βουλή μας;

Ποια σχέση μπορεί να έχει αυτή η λογική με την Αριστερά; Ποια σχέση μπορεί να έχει αυτή η λογική της κυβερνησιμότητας με κόστος την ανισότητα και την αδικία, με οποιαδήποτε Αριστερά;

Μη μου πείτε ότι έτσι θα έμπαινε μέσα στη Βουλή και η Χρυσή Αυγή, γιατί θα σας απαντήσω ευθέως, όπως το κάνω πάντα. Ο τρόπος, κατά τη γνώμη των Αριστερών, για να βάλει κανείς φράγμα σε μια εγκληματική οργάνωση σαν τη Χρυσή Αυγή, δεν είναι να την κλέβει κοινοβουλευτικά, κυρίες και κύριοι. Ο τρόπος είναι να μην υιοθετεί σε καμμία περίπτωση την ατζέντα της και να την δικαιώνει μην τυχόν και χάσει ψήφους προς τα εκεί. Δεν το λέω, φυσικά, για εσάς. Το λέω για τους άλλους.

Αγαπητοί σύντροφοί μου, θα σας το πω νέτα σκέτα και ακούστε το: Καμμία σχέση δεν υπάρχει με την Αριστερά σε αυτή την πρακτική που ακολουθήσατε όταν αλλάξατε τον εκλογικό νόμο. Η απλή αναλογική χωρίς πλαφόν ήταν απαραίτητη και αυτονόητη προϋπόθεση.
Είχατε την ευκαιρία σας, όπως την είχατε και στο πολύ πιο μεγάλο εθνικό μας θέμα των ανθρωποκτόνων μνημονίων, με το 62% -όχι του δημοψηφίσματος- και τις χάσατε και τις δύο. Τώρα συνεχίζετε να υποστηρίζετε πώς το να εμποδίζονται από αυτό το πλαφόν να εισέλθουν στη Βουλή έξι κόμματα, που αν η ψήφος των ψηφοφόρων τους ζύγιζε το ίδιο με τη δική μας, θα έμπαιναν, είναι εύλογο τίμημα, προκειμένου να επιτευχθεί η κυβερνησιμότητα; Έχει καμμία σχέση με την Αριστερά αυτή η πολιτική αντίληψη; Δεν έχει.

Αν σας ακούστηκε αυστηρή αυτή η κριτική για την Αξιωματική Αντιπολίτευση, τι να σκεφθεί κανείς, κυρίες και κύριοι Βουλευτές και τι να πει για την Κυβέρνηση, την Κυβέρνηση μιας παράταξης που κυβερνά τον τόπο μας εναλλάξ με το ΠΑΣΟΚ, το σημερινό ΚΙΝΑΛ, από το 1974 και εντεύθεν; Αφού, λοιπόν, το 2004 το ΠΑΣΟΚ του κ. Κώστα Σημίτη με πρόσχημα την τότε κυβέρνηση Μόντι -θα επανέρχεται αυτή η έννοια- η οποία, δήθεν, απαιτούσε αυτοδυναμίες –και αυτή η έννοια επανέρχεται- συνέλαβε την απολύτως –με συγχωρείτε, για την έκφραση- διεστραμμένη ιδέα να κλέβει σαράντα Βουλευτές από διάφορα κόμματα, αλλά κυρίως από το δεύτερο, και να τους προσφέρει με το έτσι θέλω στο πρώτο, το 2008 ήρθε η παράταξή σας, η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, πήρε τη σκυτάλη της διεστραμμένης αυτής ιδέας και με Πρωθυπουργό τότε τον Κώστα Καραμανλή και αρμόδιο Υπουργό Εσωτερικών -λυπάμαι να το πω- τον απελθόντα μόλις Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας, Προκόπη Παυλόπουλο και εν όψει των επαχθών μνημονίων που ήταν πια προ των πυλών, χρησιμοποιώντας το ίδιο -συγγνώμη, που θα το πω- αστείο πλέον πρόσχημα της ανάγκης της κυβερνησιμότητας, επέκτεινε την υφαρπαγή Βουλευτών από τον ελληνικό λαό στους πενήντα από τους σαράντα.

Με συγχωρείτε, αλλά αναρωτιέμαι τι θα σας εμπόδιζε σε μία περαιτέρω επέκταση αυτής της λογικής να φτιάξετε ένα εκλογικό νόμο που να αρκεί να εκλέξετε έναν και μόνο Βουλευτή και να μπορείτε, λόγω του γνωστού «εφιάλτη» της ακυβερνησίας, να δωρίσετε στον εαυτό σας με το «έτσι θέλω» τους υπόλοιπους διακόσιους ενενήντα εννιά.

Για να το πω πιο καθαρά, αν μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι και να νιώθετε δημοκράτες στη Νέα Δημοκρατία κλέβοντας από τον ελληνικό λαό εν ψυχρώ πενήντα Βουλευτές και να τους παρουσιάζετε εδώ ως δικούς του αντιπροσώπους, χωρίς, όμως, καθόλου αυτοί οι συγκεκριμένοι να είναι τέτοιοι, τότε γιατί να μην μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι, αν με την ίδια λογική κλέβατε ακόμα εκατό ή ακόμα διακόσιους;

Σας ρωτάω, δηλαδή, αν ξέρετε να μου πείτε σε ποιο ακριβώς νούμερο γίνεται, κατά τη συνείδησή σας, το πράγμα ανήθικο, ανέντιμο, απαράδεκτο, άδικο και αναξιοπρεπές για εμάς τους ανθρώπους.

Κυρίως, όμως, σας ρωτάω να μου απαντήσετε σε ποιον ακριβώς αριθμό αυτή η πρακτική για εσάς κοντράρεται επιτέλους με την κοινή λογική σας ή αν προτιμάτε, με τον ορθό λόγο σας.

Με συγχωρείτε και πάλι, αλλά εσείς οι άριστοι πώς και καταδέχεστε να κλέβετε ψήφους; Στο σχολείο εγώ θυμάμαι ότι δεν αντέγραφαν οι άριστοι, αντέγραφαν οι σκράπες, αυτοί που, αντί να κάτσουν να διαβάσουν, να μοχθήσουν, έκλεβαν τον μόχθο και το διάβασμα των άλλων συμμαθητών τους. Δεν ήταν οι άριστοι αυτοί, οι σκράπες ήταν.

Συνεχίζετε, λοιπόν, σοβαρά να μιλάτε για δημοκρατία εδώ μέσα, με υφαρπαγή του ενός έκτου των Βουλευτών του ελληνικού Κοινοβουλίου με το μπόνους;

Συνειδητοποιείτε ότι αν προσθέσουμε και το πλαφόν του 3%, που κλέβει ακόμα περίπου δεκαοχτώ με είκοσι Βουλευτές από τα μικρά κόμματα αυτή τη φορά, τότε αυτές οι κλεμμένες ψήφοι αντιστοιχούν συνολικά σε κάτι παραπάνω από ένα εκατομμύριο Ελλήνων ψηφοφόρων;
Ας μιλήσουμε τώρα για λίγο για τον μύθο της κυβερνησιμότητας. Κατ’ αρχάς, με συγχωρείτε, αλλά έτσι που κυβερνάτε και οι μεν και οι δε έρχονται στιγμές που σκέφτεται κανείς «καλύτερα χωρίς καΜμία κυβερνησιμότητα». Αστειεύομαι!

Εν δευτέροις, όμως, και για να μιλήσουμε σοβαρά, ποια είναι η λογική, ποια είναι η φιλοσοφία πίσω από το επιχείρημα της αναγκαιότητας της πάσης θυσίας κυβερνησιμότητας;

Είναι, βεβαίως, η λογική και η φιλοσοφία της ανωριμότητας των πολιτών, η λογική του «Δυστυχώς, οι πολλοί δεν έχουν μυαλό ούτε συγκρότηση για να αποφύγουν να επιλέξουν το χάος. Έτσι, εμείς, οι λίγοι και σοφοί, που ξέρουμε το συμφέρον τους και τη σιγουριά τους, που αυτοί οι αδαείς μπερδεύονται και δεν μπορούν να το καταλάβουν, τους αρπάζουμε πενήντα Βουλευτές -επαναλαμβάνω με το απολύτως «έτσι θέλω»- και διορθώνουμε την κατάσταση προς όφελος της πατρίδας.».

(Στο σημείο αυτό κτυπάει προειδοποιητικά το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)

Κύριε Πρόεδρε, θα κάνω χρήση της δευτερολογίας μου. Τελειώνω, πάντως, σε δύο λεπτά.

Τώρα που την ακούτε διατυπωμένη αυτή την πολιτική πρακτική, αγαπητοί συνάδελφοι της Νέας Δημοκρατίας, συνειδητοποιείτε άραγε καθόλου πόσο επικίνδυνη είναι; Συνειδητοποιείτε άραγε ότι στην πραγματικότητα είναι μία παραδοχή ότι δεν σας κάνει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μας;

Συνειδητοποιείτε ότι είναι σαν να δηλώνετε ανοιχτά στον ελληνικό λαό ότι αναγκάζεστε να την υποστείτε τη δημοκρατία μας, για να τηρήσετε τα προσχήματα και να σώσετε τους τύπους, ενώ στην πραγματικότητα δεν την επιζητάτε καθόλου;

Εμείς ισχυριζόμαστε χρόνια τώρα ότι δεν θα προκύψει καμμία απολύτως ακυβερνησία και ότι οι πολιτικές δυνάμεις θα αναγκαστούν από τη λαϊκή εντολή και το αυτονόητο βάρος της ευθύνης της να βρουν δρόμους συγκυβέρνησης, να συνεννοηθούν. Και, μάλιστα, εντελώς ορθολογικά αναμένουμε οι κυβερνήσεις που θα προκύψουν να αυτοελέγχονται από τα επιμέρους κόμματα που θα τις απαρτίζουν και, συνεπώς, ότι, αφ’ ενός, θα κινδυνεύουν λιγότερο από τα πασίγνωστα φαινόμενα της διαπλοκής και της διαφθοράς και, αφ’ ετέρου, ότι θα είναι ασφαλέστατα αντιπροσωπευτικότερες μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού λαού.

Αυτό, βέβαια, μπορούμε ασφαλώς να το συζητάμε θεωρητικά επί μήνες. Εκείνο που θα πρέπει να μας ξεκαθαρίσετε, όμως, σήμερα, το πολύ μέχρι αύριο το βράδυ, είναι αν τελικά είστε δημοκράτες, αν τελικά πιστεύετε στη δημοκρατία, καθώς η λογική του «οι πολλοί είναι πάντα αδαείς και ανώριμοι και χρειάζονται οι λίγοι, οι ειδικοί, για να τους καθοδηγήσουν σοφά και με ασφάλεια, αναγκάζονται και ενίοτε να τους κοροϊδέψουν, πάντα για το καλό τους, όμως», είναι μία λογική που προσιδιάζει περισσότερο προς την ολιγαρχία. Άλλο πολίτευμα.
Αν την προτιμάτε, λοιπόν, την ολιγαρχία από τη δημοκρατία, θα πρέπει να μας το πείτε για να το ξέρουμε. Το επιχείρημά σας περί ακυβερνησίας πάντως εμάς αυτό ακριβώς μας λέει, ότι προτιμάτε την ολιγαρχία. Αν θέλετε, συνεπώς, να αποτινάξετε αυτή την υποψία από πάνω σας, θα πρέπει αμέσως τώρα να εγκαταλείψετε αυτό το επιχείρημα.

Δυστυχώς, πολύ φοβάμαι πως δεν μπορείτε να αλλάξετε επιχείρημα, γιατί ακόμα περισσότερο φοβάμαι πως δεν υπάρχει κανένα άλλο επιχείρημα στον κόσμο αυτό για να στηρίξει τον συλλογισμό σας.

Ήταν το μόνο σας, αγαπητοί συνάδελφοι και τώρα που το χάσατε, μπορούμε να σας κοιτάξουμε ξανά στα μάτια και, επιτέλους, να σας πούμε το εξής: Ναι, μόλις αποδείχτηκε. Είστε εδώ και κυβερνάτε τη χρεοδουλοπαροικία σας, εντολοδόχοι όχι του ελληνικού λαού -τουλάχιστον κατά πενήντα Βουλευτές από το μπόνους και περίπου άλλους είκοσι από το πλαφόν του 3%-, αλλά αποκλειστικά και μόνο των παρασιτικών ολιγαρχών που νέμονται εδώ και αιώνες την πατρίδα μας. Γι’ αυτό και κλέβετε όμορφα και με τον νόμο τη δημοκρατία μας, γιατί δεν την πιστεύετε και απλώς την προσποιείστε, για να υπηρετήσετε αποτελεσματικότερα την ολιγαρχία, της οποίας ήσασταν και είστε πάντα φανατικοί οπαδοί.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σας.

(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΜέΡΑ25)

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.