Οι προϋποθέσεις της πραγματικής ανάπτυξης που δεν ήρθε

Πολιτική
01 Φεβ, 2020

του Γιάνη Βαρουφάκη

Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ υπερβαίνει του μέσου όρου της ευρωζώνης, ο οποίος το 2019 σχεδόν εκμηδενίστηκε. Τα επιτόκια των νέων κρατικών ομολόγων κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Μπορούμε να πούμε δηλαδή ότι η ανάπτυξη, έστω και δειλά, επέστρεψε; Κι αν όχι, όπως εξηγώ πιο κάτω, ποιες οι προϋποθέσεις για να επιστρέψει;

Για να θέσουμε την πραγματικότητά μας στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, αξίζει μια σύγκριση με την χειρότερη κρίση στην οικονομική ιστορία. Στη δεκαετία του 1930, αφού το ΑΕΠ των ΗΠΑ έπιασε το ναδίρ του το 1933, εντός 5ετίας είχε ανακτήσει πάνω από τα 2/3 των χαμένων εισοδημάτων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η σωρευτική άνοδος του ΑΕΠ κατά την τελευταία πενταετία, από το ναδίρ του ΑΕΠ έως το τελευταίο τρίμηνο του 2019, ήταν μικρότερη του 6%. Πρόκειται για αυτό που οι άνθρωποι των αγορών, όταν δεν προσπαθούν αν είναι ευγενικοί, ονομάζουν το «γκελ της ψόφιας γάτας» (dead cat bounce).

Πέραν της αβάστακτης νωχελικότητας της ανάκαμψης των ελληνικών εισοδημάτων, είναι ξεκάθαρο ότι χώρα πιασμένη στα πλοκάμια βαθιάς κρίσης χρέους, πριν ονειρευτεί τη βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να πετύχει ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ μεγαλύτερο του μεσοσταθμικού επιτοκίου με το οποίο αποπληρώνει το χρέος. Αυτό δεν ισχύει ούτε και σήμερα: Μεγέθυνση περί το 2% έναντι μεσοσταθμικού επιτοκίου τουλάχιστον 2,65% ετησίως (Σημ. Οι χαμηλές αποδόσεις των νέων κρατικών ομολόγων αφορούν πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού χρέους.)

Πίσω από την αδυναμία της οικονομίας να μεγεθυνθεί γρηγορότερα από το βουνό χρέους κρύβεται η ζοφερή πραγματικότητα των αρνητικών καθαρών επενδύσεων: Διανύουμε την δέκατη χρονιά συνεχούς από-επένδυσης! Μια ειλικρινής ματιά στο πιο κάτω διάγραμμα οδηγεί στο συμπέρασμα, παραφράζοντας τον Mark Twain, ότι οι φήμες περί υπέρβασης της κρίσης είναι υπερβολικές.

Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος που η ανάπτυξη δεν ήλθε: Ακόμα κι όταν αυξάνονται τα εισοδήματα, δεν «αυγατεύουν» με τον προσδοκώμενο ρυθμό. Ας πάρουμε το παράδειγμα του κατώτατου μισθού που, στις αρχές του 2019, αυξήθηκε για περίπου 600 χιλιάδες εργαζόμενους. Θα περίμενε κανείς η αύξηση αυτή να συμπαρασύρει κι άλλους μισθούς προς τα πάνω, έστω και λίγο. Κι όμως η άνοδος του βασικού μισθού όχι μόνο δεν παρέσυρε ανοδικά τον μέσο μισθό αλλά, αντίθετα, τον μείωσε από €1.072 το 2018 στα €1.046 τον Δεκέμβριο του 2019.

Πως εξηγείται να μειώνεται ο μέσος μισθός σε περίοδο αύξησης του κατώτατου μισθού και, έστω και νωχελικής, αύξησης του ΑΕΠ; Η απάντηση έχει να κάνει με την φύση των εισοδημάτων που αυξάνονται. Η αύξηση του ΑΕΠ από το 2017 οφείλεται ως επί το πλείστον σε προσοδοφορία, όχι σε κέρδη από παραγωγική επιχειρηματική δραστηριότητα (π.χ. αύξηση ενοικίων, εισπράξεις AirBnB από ξένους επενδυτές που έλαβαν Golden Visa, εταιρείες που αγοράζουν κόκκινα δάνεια). Όπως συμβαίνει παντού και πάντα, οι πρόσοδοι δεν διαχέονται στην κοινωνία αλλά είτε να διαφεύγουν άμεσα στο εξωτερικό είτε δεν επενδύονται.

Το παράδοξο της ταυτόχρονης αύξησης του ΑΕΠ και μείωσης της ενεργού ζήτησης μειώνει και τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές ακυρώνοντας τα οφέλη από την όποια μείωση των φορολογικών συντελεστών. Και το χειρότερο; Η αυξανόμενη ανισότητα μεταξύ των λίγων που προσοδοφορούν και των πολλών που βλέπουν τους μισθούς τους καθηλωμένους, την ώρα που ο πληθωρισμός στην αγορά ακινήτων τους μειώνει βάναυσα την αγοραστική δύναμη, ενδυναμώνει την μετανάστευση των νέων με τις καλύτερες δεξιότητες (π.χ. απόφοιτους Ιατρικών Σχολών) μειώνοντας δραστικά την αναπτυξιακή δυναμική.

Τα δύο μακροοικονομικά προαπαιτούμενα της ανάπτυξης

Όσο συνεχίζεται η προσποίηση ότι η υπερφορολόγηση μπορεί να πάψει χωρίς άμεση αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, τόσο το μακροοικονομικό πλαίσιο θα παραβιάζει τις αναγκαίες συνθήκες για παραγωγικές επενδύσεις. Κι όσο το «ξεσκαρτάρισμα» των κόκκινων δανείων από τα βιβλία των τραπεζών βασίζεται σε αγοραίες λύσεις, που θα αποδώσουν μόνο μετά από καταιγισμό πλειστηριασμών που καθηλώνουν την πλειοψηφία των ελλήνων στην κατήφεια και την απελπισία, τόσο οι μικρομεσαίοι θα ρευστοποιούνται συμπαρασύροντας μαζί τους την ενεργό ζήτηση.

Δύο είναι τα μακροοικονομικά προαπαιτούμενα για την πραγματική ανάπτυξη:

  • Αναδιάρθρωση χρεών στη βάση του ανταλλαγών χρέους που καθιστούν τους δανειστές του κράτους συνεταίρους στην ανάπτυξη, τερματίζοντας τόσο τις επιμηκύνσεις του δημόσιου χρέους όσο και τις πωλήσεις των κόκκινων δανείων.
  • Κυμαινόμενος στόχος πρωτογενούς πλεονάσματος μεταξύ 0% και 1,5% του ΑΕΠ ώστε, αντί οι μακροοικονομικοί κραδασμοί να αποσβένονται μέσω αυξομειώσεων του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, να αποσβένονται μέσω αυξομειώσεων του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Πολιτικές προσέλκυσης παραγωγικών επενδύσεων

Το έργο είναι χιλιοπαιγμένο. Μια νέα κυβέρνηση με μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες και στόχο την προσέλκυση ξένων επενδυτών. Υπουργοί δημιουργούν επιτροπές και ειδικές γραμματείες με στόχο τη βελτίωση της θέσης της χώρας στους κατατάξεις ανταγωνιστικότητας, όπως την Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας ή την Global Competitiveness Report του World Economic Forum. Όταν τα καταφέρουν, η εικόνα της χώρας βελτιώνεται. Οι Financial Times και η WSJ εκθειάζουν τη νέα κυβέρνηση. H κυβέρνηση, αισιόδοξη πια, αρχίζει να περιμένει τους ξένους επενδυτές να καταφτάσουν. Και περιμένει. Περιμένει κι άλλο. Έως ότου, όπως στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», οι επενδυτές απλά δεν έρχονται.

Γιατί; Όσο καλή και χρήσιμη η πάταξη της γραφειοκρατίας, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν αρκεί. Η είδηση ότι μια χώρα βελτιώθηκε όσον αφορά τη γραφειοκρατία δεν θα τους ελκύσει από μόνη της. Ούτε ότι μειώθηκε ένας φόρος κατά 3% ή 5%. Όπως μας διδάσκει η εμπειρία της Κίνας ή της Σιγκαπούρης, οι σοβαρές εταιρείες, οι υπομονετικοί επενδυτές, θα έρθουν αν το κράτος τους προσφέρει έτοιμη βιομηχανική ζώνη, καλωδιωμένη με ρεύμα και internet, με έτοιμο εργατικό δυναμικό όχι εξαθλιωμένο αλλά καταρτισμένο και έτοιμο για δουλειά.

Εδώ έγκειται το παράδοξο: Για να έρθουν οι ξένες επενδύσεις πρέπει πρώτα εμείς να επενδύσουμε μεγάλα ποσά στους δικούς μας ανθρώπους, στις δομές και στα δημόσια αγαθά της χώρας και των περιφερειών. Αυτό όμως σε μια φυλακή χρέους, στην «Χρεοδουλοπαροικία η Ελλάς», δεν μπορεί να γίνει. Για αυτό για την ανάπτυξη αναγκαία συνθήκη είναι η αναδιάρθρωση των μη βιώσιμων ιδιωτικών και δημόσιων χρεών.

Ακολουθούν πέντε πρακτικές ιδέες:

1. Να αιτηθεί η κυβέρνηση έκδοση πράσινου ομόλογου από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για χώρες όπως η Ελλάδα, το οποίο θα στηρίξει στις δευτερογενείς αγορές η ΕΚΤ.
2. Αντί για νέα συμπίεση των μισθών, μέσω υπερεργολαβιών, να προωθηθούν συλλογικές συμβάσεις που στηρίζουν τα εισοδήματα και προβλέπουν συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης.
3. Αντί για επιστροφή στη δεκαετία του 50 με έμφαση στην οικοδομή, την τσιμεντοποίηση, τα καζίνο και τα ορυκτά καύσιμα, η Ελλάδα να αναδειχθεί το κέντρο διεθνούς δικτύου ανανεώσιμης ενέργειας, με την ισότιμη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στην ιδιοκτησία και διαχείρισή του.
4. Αντί για οριζόντιες μειώσεις φορολογικών συντελεστών των επιχειρήσεων, εκμηδενισμός τους για τα start ups, 15% συντελεστής για τους μικρομεσαίους (π.χ. στο 15%), καμία μείωση για τις μεγάλες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την δεσπόζουσα θέση τους για να απομυζούν προσόδους.
5. Golden Visa μόνο για πραγματικούς επενδυτές που δημιουργούν από το μηδέν έναν ελάχιστο αριθμό καλών θέσεων εργασίας.

Πριν το 2008 είχαμε ρυθμούς μεγέθυνσης πάνω από το 4% – φούσκες το σκάσιμο των οποίων κατέστρεψε δύο γενιές. Αντί για τέτοιες φούσκες, το ζητούμενο πρέπει να είναι μια ανάπτυξη οικονομικά, οικολογικά, και, ναι, πολιτιστικά βιώσιμη. Το αντίθετο, για παράδειγμα, μιας μεγέθυνσης που τσιμεντοποιεί πόλεις, χωριά και ακτογραμμές, ή που σπέρνει με πλατφόρμες εξορύξεων τις θάλασσές μας και με αγωγούς φυσικού αερίου τις κοιλάδες μας, αυξάνοντας μεν γοργά το ΑΕΠ για κάποια χρόνια αλλά καταδικάζοντας τη χώρα στην απαξίωση και στην υποανάπτυξη για πάντα.

Ποιος ο μεγαλύτερος εχθρός της ανάπτυξης; Το γεγονός ότι εκείνοι που σήμερα προσοδοφορούν έντονα εν μέσω της συνεχιζόμενης κρίσης έχουν και το «έννομο συμφέρον» και την πολιτική ισχύ να εμποδίσουν τις επενδύσεις που απαιτούνται.

Δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ την 01/02/2020

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.