Τυχαία αστοχία υλικού ή μεθοδευμένη απαξίωση της ΕΥΑΘ;

Πολιτική
01 Απρ, 2018

Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, έμεινε για σχεδόν μια βδομάδα χωρίς υδροδότηση. Αιτία ήταν βλάβη στην υποδομή, σε έναν αγωγό που κοινώς έφαγε τα ψωμιά του.

Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι αν κάτι τέτοιο μπορούσε να είχε προβλεφθεί. Γνωρίζουμε πως τα υλικά έχουν κάποιο χρόνο ζωής, και λογιστικώς ακόμα κάποτε αποσβένονται πλήρως. Άρα το ερώτημα αυτό έχει και εύλογη καταφατική απάντηση.

Και περνάμε σε ένα δεύτερο ερώτημα, γιατί δεν έγινε κάτι νωρίτερα; Η απάντησή μας είναι κάπως αιρετική. Λόγω επερχόμενης ιδιωτικοποίησης της ΕΥΑΘ, η οποία τώρα χρεώνεται με την αστοχία της υποδομής ενώ ήδη ακούγονται φωνούλες πως ο ιδιώτης θα κάνει επενδύσεις (τις οποίες θα πληρώσουν υπερτιμημένες οι πολίτες της πόλης στους λογαριασμούς τους).

Σύμφωνα με τον Γιώργο Αρχοντόπουλο, Προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων στην ΕΥΑΘ:

«Όταν προτείναμε στην προηγούμενη διοίκηση να επενδύσει η εταιρεία σε μια δική της μονάδα παραγωγής εδαφοβελτιωτικών, με βάση τη λυματολάσπη, η απάντηση ήταν «αυτά δεν γίνονται». Δεν μπορεί να μην υπάρχει μια συνεχής συνεργασία με το Πανεπιστήμιο σε προγράμματα που προκύπτουν από τις πραγματικές ανάγκες της εταιρίας. Αντί αυτών όμως προωθούνταν, όπως γίνεται παντού τα τελευταία χρόνια, το μοντέλο της εξάρτησης από εργολάβους.

Αυτή την στιγμή προωθείται ένα μοντέλο ΣΔΙΤ, με στρατηγικό επενδυτή που αποκτά τον έλεγχο της πώλησης και της διαχείρισης του νερού. Τέτοια παραδείγματα τα έχουμε δει παγκοσμίως και παντού έχουν αποτύχει, αφού πρώτα έφεραν αυξήσεις στα τιμολόγια και υποβάθμιση της ποιότητας του νερού και των δικτύων. Το να επιμένουν κάποιοι σ’ αυτήν την επιχειρηματολογία, όταν μάλιστα υποστήριζαν τα αντίθετα πριν γίνουν κυβέρνηση, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κανένας κεντρικός σχεδιασμός για τα κοινά αγαθά».

Το ΜέΡΑ25 αφουγκράζεται τους εργαζομένους στην εταιρεία και λαμβάνει την ύδρευση ως ένα αγαθό που πρέπει να παραμείνει υπό τον έλεγχο του δημοσίου, για να αποφευχθεί η ιδιωτική μονοπώληση ή ολιγοπώληση ενός τόσο βασικού αγαθού και οι δημόσιες εταιρείες να μην απαξιώνονται σκοπίμως για να προλειαίνεται το έδαφος του επερχόμενου ξεπουλήματος.