Μύθοι και πραγματικότητες στη ΔΕΗ, της Ελένης Βουβουλούδα

Πολιτική
02 Ιούλ, 2019

Η ΔΕΗ, στα 70 χρόνια της ζωής της κατάφερε δύο στόχους:  Να αξιοποιήσει τις εγχώριες πηγές ενέργειας (Λιγνίτες και Υδροηλεκτρικά) και να εξασφαλίσει χαμηλές τιμές ενέργειας για τους Έλληνες καταναλωτές και την ελληνική βιομηχανία.

Στη δεκαετία του 2000 σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στις οποίες δυστυχώς η ΔΕΗ δεν μπόρεσε, και μερικές φορές της απαγορεύτηκε, να προσαρμοστεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε την απορρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με διάλυση των κρατικών μονοπωλίων και την εισαγωγή του ανταγωνισμού στην ηλεκτροπαραγωγή.

Παράλληλα υιοθέτησε την εισαγωγή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με εξασφάλιση υψηλών εγγυημένων τιμών για τους παραγωγούς και τιμωρία των ρυπογόνων μονάδων παραγωγής μέσω του Χρηματιστηρίου  Ρύπων.

Και στις δύο εξελίξεις η ΔΕΗ δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί. Έδωσε πολλές μάχες για να διατηρήσει τον παλιό της χαρακτήρα που όμως τις έχασε όλες, καθώς, οι κυβερνήσεις, προκειμένου να εμφανίσουν ανταγωνισμό στην αγορά, με διαδοχικά νομοθετήματα ευνόησαν τους ιδιώτες παραγωγούς εις βάρος της ΔΕΗ.

Δεν επιτράπηκε στη ΔΕΗ να επενδύσει σε ανανεώσιμες πηγές για να αφήσει ελεύθερο έδαφος για τους ιδιώτες. Η αφήγηση στην όποια στηριχτήκαν  ήταν ότι αυτό γίνεται ώστε να δοθεί κίνητρο σε ιδιώτες  να επενδύσουν. Έτσι αφέθηκε  χώρος σε μικρούς παραγωγούς που, με τις κρατικές επιδοτήσεις και τις εγγυημένες τιμές, γιγαντώθηκαν και εξελίχθηκαν σε ισχυρούς ανταγωνιστές της, ενώ η ΔΕΗ έχασε πολλά δις μένοντας ουσιαστικά έξω από την πίτα των ΑΠΕ.

Πέρα απ’ αυτό,  πολύ σημαντικό  επίσης είναι ότι,  ενώ πολλοί  ιδιώτες είχαν πάρει άδειες κατασκευής μονάδων   ΑΠΕ,  έχοντας  εξασφαλίσει  υψηλές εγγυημένες τιμές σύμφωνα με το κόστος κατασκευής  των μονάδων την εποχή που το κόστος ήταν υψηλό, τις κρατούσαν  επί χρόνια, μην προχωρώντας στην κατασκευή των μονάδων. Κατασκεύασαν τις μονάδες  αυτές όταν το κόστος κατασκευής μειώθηκε και όταν η εγγυημένη τιμή για τις νέες άδειες είχε διαμορφωθεί χαμηλότερα,   έτσι εξασφάλισαν μεγάλα κέρδη από τις υψηλές εγγυημένες τιμές που είχαν  συμφωνήσει.

Η εμφάνιση της κρίσης και η χρεωκοπία της χώρας έφερε τη ΔΕΗ στο προσκήνιο με έναν οδυνηρό τρόπο. Η πολιτεία, για να εξασφαλίσει έσοδα, αποφάσισε να φορολογήσει την ακίνητη περιουσία των πολιτών. Εκείνη τη στιγμή διαπιστώθηκε πως παρά την ανάπτυξη του κτηματολογίου και τις δηλώσεις περιουσίας με το Ε9 στις φορολογικές δηλώσεις, η μόνη αξιόπιστη καταγραφή των ακινήτων των Ελλήνων πολιτών ήταν οι μετρητές της ΔΕΗ. Έτσι η ΔΕΗ χρησιμοποιήθηκε σαν μηχανισμός επιβολής φόρου, και στην συνέχεια, με την ενσωμάτωση του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας, του γνωστού χαρατσιού, στους λογαριασμούς εξελίχθηκε από δημόσια ηλεκτρική εταιρεία σε κρατικό φοροεισπράκτορα. Οι καταναλωτές άρχισαν να αφήνουν απλήρωτους τους λογαριασμούς και το φαινόμενο εξελίχθηκε σε χιονοστιβάδα που διέλυσε τα οικονομικά της ΔΕΗ. Σήμερα τα χρέη των καταναλωτών προς τη ΔΕΗ  φτάνουν περίπου 2,5 δις ευρω .

Η «λύση» που ανακάλυψαν οι μνημονιακές κυβερνήσεις, σε συνεργασία με την τρόικα, ήταν η πώληση των περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ. Πώληση της θυγατρικής της εταιρείας, του ΑΔΜΗΕ, που είναι ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής του δικτύου Υψηλής Τάσης και πώληση μονάδων παραγωγής υπό το πλέγμα της «Μικρής ΔΕΗ». Η κυβερνητική αλλαγή του 2015 σταμάτησε προσωρινά τα σχέδια αυτά, τα οποία όμως επανήλθαν, ελαφρώς διαφοροποιημένα, μετά την συνθηκολόγηση του καλοκαιριού του 2015.  Έτσι η ΔΕΗ πούλησε το 24% του ΑΔΜΗΕ στους Κινέζους, το 25% αγοράστηκε από το κράτος και το υπόλοιπο 51% χαρίστηκε στους μετόχους. Το Δημόσιο με τον τρόπο αυτό κράτησε μεν τον έλεγχο του 51% του ΑΔΜΗΕ όμως η ΔΕΗ έχασε, χωρίς να αποζημιωθεί, ένα πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο και μία σημαντική πηγή εσόδων. Παράλληλα διατηρήθηκε, μέσω των ΝΟΜΕ, η υποχρεωτική πώληση ενέργειας στους ανταγωνιστές της στο κόστος παραγωγής, ενώ ανέλαβε την υποχρέωση να πουλήσει και λιγνιτικές μονάδες.

Είχαν προηγηθεί μια σειρά από ρυθμίσεις, που επιβλήθηκαν κυρίως από το 2010 και μετά, και δημιούργησαν στρεβλώσεις στην αγορά, με τεράστιο κόστος για τη ΔΕΗ και μεγάλα κέρδη για του ιδιώτες.

Ενδεικτικά μερικές από αυτές:

Μηχανισμός Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους (ΜΑΜΚ) από το 2010 έως το 2014 , κόστος για τη ΔΕΗ 812 εκ.€.  Ο μηχανισμός αυτός συνδυάστηκε με το δικαίωμα που απέκτησαν κάποιες μονάδες παραγωγής να κάνουν προσφορά κάτω του πραγματικού κόστους, έτσι να μπαίνουν με προτεραιότητα στην αγορά,  αλλά να αποζημιώνονται όχι στην προσφορά τους αλλά στο κόστος τους, επαυξημένο κατά 10%

Έτσι, οι μονάδες των ιδιωτών είχαν εξασφαλισμένη την εντατική λειτουργία τους, ανεξάρτητα από τη ζήτηση και ανεξάρτητα την οικονομικότητά τους. Ο ΜΑΜΚ επέτρεπε να αμείβονται οι μονάδες αυτές, όχι στην ΟΤΣ (που είναι η χονδρική τιμή της Αγοράς, όπως καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση), αλλά σε «διοικητικά οριζόμενη» τιμή που ήταν το μεταβλητό κόστος των μονάδων (δηλαδή το κόστος καυσίμου και το κόστος εκπομπών CO2) αυξημένο κατά 10%.

Με αυτό τον τρόπο, οι μονάδες των ιδιωτών είχαν εξασφαλισμένα έσοδα, ανεξαρτήτως  της ΟΤΣ, τέτοια ώστε να καλύπτουν χωρίς κίνδυνο αφενός το μεταβλητό τους κόστος, αφετέρου σημαντικό μέρος του σταθερού τους κόστους. Το υπόλοιπο σταθερό κόστος το κάλυπταν από τα ΑΔΙ (Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος) που ήταν επίσης σε εφαρμογή εκείνη την εποχή.

Συνεπώς, στο διάστημα 2011-2014 οι μονάδες φυσικού αερίου των ιδιωτών λειτουργούσαν σε ένα πλήρως «εγγυημένο» επενδυτικό περιβάλλον, χωρίς τους κινδύνους της απελευθερωμένης Αγοράς Η/Ε.

Ο ΜΑΜΚ επανήλθε το 2015 με διαφορετική φιλοσοφία και χαμηλότερα ποσά αποζημίωσης για τους δικαιούχους παραγωγούς. Τα κριτήρια αποζημίωσης που έχει σήμερα είναι ορθολογικά και οι αμοιβές προκύπτουν με βάση την ορθολογική λειτουργία των μονάδων και όχι ρυθμιζόμενα όπως με εκείνον τον απίστευτο μηχανισμό του 30% στις προσφορές κάτω από το μεταβλητό κόστος και 10%  επιπλέον όταν δεν έχεις καλύψει το μεταβλητό σου κόστος.

Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας ισχύος (ΑΔΙ) από το 2010 έως το 2014 , κόστος για τη ΔΕΗ  392 εκ.€  . Είναι χρήματα που εισπράττουν οι παραγωγοί για να είναι οι μονάδες τους διαθέσιμες και σε ετοιμότητα να δώσουν ισχύ στο σύστημα. Μία διοικητικά οριζόμενη τιμή σε €/MW κάθε έτος .

ΝΟΜΕ.  Αναφερόμαστε στην πώληση ποσοτήτων ενέργειας της παραγωγής της ΔΕΗ  στους ανταγωνιστές της σε τιμές κόστους, αλλά κάτω από την ΟΤΣ. Ισχύει από 25/10/2016 μέχρι σήμερα με κόστος για τη ΔΕΗ 310 εκ €. Αρκετές από τις ποσότητες αυτές εξάγονται.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις, οι οποίες ελάχιστα θυμίζουν «ελεύθερη αγορά», οδηγούν εκ του αποτελέσματος, στο εξής συμπέρασμα: Η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου, κατέληξε στην ανάπτυξη ενός καρτέλ ιδιωτικών επιχειρήσεων. Δημιούργησε ζημιές στη ΔΕΗ και βλάπτει σοβαρά τους πολίτες που πληρώνουν  βαρύ αντίτιμο και θα πληρώνουν μέχρι να διορθωθεί αυτός ο ανορθολογισμός.

Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο παράδοξο της υποχρέωσης μιας Ηλεκτρικής Εταιρείας εισηγμένης στο χρηματιστήριο, που δραστηριοποιείται δηλαδή με όρους ελεύθερης αγοράς,  να πουλάει ηλεκτρική ενέργεια σε κάποιους μεγάλους καταναλωτές (μεγάλες βιομηχανίες οι οποίες μάλιστα χρωστούν  μέρος της ενέργεια που αγοράζουν) επί ζημία – κάτω δηλαδή από τη χονδρική – Συνολικό κόστος  (τιμολόγησης και χρεών)  503,6 εκ €.

Να σημειώσουμε ότι το ΕΤΜΕΑΡ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Αερίων Ρύπων, το παλιό τέλος υπέρ ΑΠΕ)  αποδίδεται από την ΔΕΗ στους ιδιώτες,  ακόμα και το ποσό εκείνο που αφορά σε ανείσπρακτους λογαριασμούς. To ίδιο ισχύει και για ΕΡΤ και Δήμους. Αυτά  επιβαρύνουν  ακόμα περισσότερο τη δύσκολη οικονομική της θέση.

Πρόσφατες εξελίξεις – Κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών CO2.

Η ΔΕΗ το 2009 δεν δαπάνησε ούτε ευρώ για αγορά ρύπων, το 2010 και το 2011 δαπάνησε 29 και 45 εκ. € αντίστοιχα. Η δαπάνη αυτή, αν και μειώθηκαν κατά 20.000.000 ton οι εκπομπές CO2 ετησίως, έφτασαν στα 100, 248, 218, 252, 176, 175, 263 εκ. € αντίστοιχα για τα έτη 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018!!

Το παραπάνω γεγονός σε συνδυασμό με το ότι οι γειτονικές μας χώρες δεν πληρώνουν κόστος εκπομπών CO2 είχε σαν αποτέλεσμα οι εισαγωγές να εκτοξευθούν στα ύψη.

Το κόστος για αγορά δικαιωμάτων εκπομπής CO2 από 176 εκ. το 2017 έφτασε το 2018 τα 263 εκ και φέτος αναμένεται να φτάσει τα 500!! Όταν η τιμή αγοράς δικαιωμάτων CO2 από 5,5 €/ton το 2017 έφτασε τα 25 €/ton το 2018,  η πολιτεία δεν επέτρεψε στη ΔΕΗ (όπως ζήτησε) να βάλει ρήτρα CO2 στα τιμολόγια. (το αν είναι λάθος ή όχι είναι μια άλλη συζήτηση). Αν το είχε κάνει σήμερα δεν θα είχε πρόβλημα ρευστότητας.

Φυσικά από την άλλη  αν το είχε κάνει,  πολλοί επίσης θα διαμαρτύρονταν, χωρίς φυσικά να προτείνει κανείς από όσους διαμαρτύρονται βιώσιμη λύση. Γενικότερη  κοινωνική πολιτική μέσω μιας εισηγμένης στο χρηματιστήριο εταιρείας  μαζί με άλλες αιτίες μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση αυτή  την εταιρεία.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Όσα παρουσιάστηκαν πιο πάνω είναι σημαντικές αίτιες που η ΔΕΗ παρουσιάζει σήμερα ζημιές. Η πώληση λιγνιτικών μονάδων είναι σε εξέλιξη, με τίμημα που προδιαγράφεται εξαιρετικά χαμηλό και ένα μεγάλο τμήμα των καταναλωτών, ειδικά οι πιο φτωχοί συμπολίτες μας, έχει σταματήσει να πληρώνει τους λογαριασμούς.

Με  τη μορφή τουλάχιστον  άμεσων μέτρων και ενεργειών,  δυστυχώς λίγα πράγματα μπορούν να γίνουν . Το πλαίσιο δεν μπορεί να αλλάξει σε μία μέρα.  Χρειάζεται προσεκτικός  βραχυπρόθεσμος αλλά και  μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.  Οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους της κυβέρνησης πρέπει να γίνει με προσοχή καθώς υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της κοινοτικής νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων (State Aid).

Η ρήτρα CO2 και οι επακόλουθες αυξήσεις, προσωρινές ή οριστικές, φαίνεται πως είναι μονόδρομος. Παράλληλα θα πρέπει να προστατευθούν οι οικονομικά αδύναμοι καταναλωτές. Ένα μέτρο στην κατεύθυνση αυτή, που συγχρόνως θα εξασφάλιζε την εισπραξιμότητα των λογαριασμών θα ήταν τα «κουπόνια ρεύματος». Αυτά μπορούν να είναι οικονομικά βοηθήματα στους ασθενέστερους που θα δίνονται υπό τη μορφή ονομαστικών «κουπονιών ρεύματος». Οι καταναλωτές θα πληρώνουν τους λογαριασμούς τους με τα κουπόνια αυτά και η ΔΕΗ, και οι άλλοι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, θα τα εξαργυρώνουν εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά. Τα κουπόνια θα είναι αυστηρά ονομαστικά, μη μεταβιβάσιμα και μη εξαργυρώσιμα από τρίτους.

Επειδή φαίνεται πως η πιθανή επόμενη κυβέρνηση έχει σχέδια για τεμαχισμό και πώληση σε κομμάτια της ΔΕΗ, θα πρέπει  έκτος   της προσοχής που πρέπει να δείξει  σε  βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, να βρει άλλες λύσεις (π.χ να διορθώσει τις στρεβλώσεις)  και όχι  να ξεπουλήσει  κομμάτια της ΔΕΗ διαλύοντάς την, θα πρέπει επίσης με κάθε τρόπο να διατηρήσει την ιδιοκτησία του φυσικού μονοπωλίου των ηλεκτρικών δικτύων υπό δημόσιο έλεγχο.

της Ελένης Βουβουλούδα, στέλεχος ΑΔΜΗΕ. υποψήφιας με το ΜέΡΑ25 στη Β2

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.