Ανώτατοι δικαστικοί: ορισμός τους από την εκάστοτε κυβέρνηση ή συμμετοχικοί θεσμοί επιλογής;

Πολιτική
03 Ιούν, 2019

Η κίνηση του Πρωθυπουργού να προχωρήσει στην αλλαγή της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, λίγο πριν από την επίσημη έναρξη της προεκλογικής περιόδου, θέμα που δέον να κριθεί αμιγώς υπό το πρίσμα της συνταγματικότητας και νομιμότητας της συγκεκριμένης κυβερνητικής επιλογής, πόσο μάλλον όταν η επιλογή αυτή αφορά στον κρίσιμο διορισμό ηγετικών προσώπων του θεσμού της Δικαιοσύνης, έχει μετατραπεί τις τελευταίες μέρες σε ένα άκρατο δικομματικό παιχνίδι πόλωσης, παλαιοκομματικού τύπου, ανάμεσα στον Σύριζα και στη ΝΔ, ενόψει της προεκλογικής περιόδου.

Έγκριτοι συνταγματολόγοι και νομικοί κρίνουν, καθ’ερμηνεία του Συντάγματος, ότι στην παρούσα φάση η κυβέρνηση, καίτοι δεν έχει προχωρήσει σε διάλυση της Βουλής με παραίτησή της και μετέπειτα σε ορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης, ουσιαστικά η ίδια λειτουργεί ως μία «οιονεί υπηρεσιακή κυβέρνηση», έχει κατά συνέπεια απολέσει τη λαϊκή εντολή και τη δημοκρατική και την συνταγματική νομιμοποίηση να παίρνει αποφάσεις που δεν είναι τρέχουσας φύσης και δεν έχουν επείγοντα χαρακτήρα. Υπό την ερμηνεία αυτή οφείλει να επικεντρωθεί σε υποθέσεις διαχειριστικές, όπως στην προετοιμασία των εκλογών και στην όποια διεκπεραίωση των εκκρεμών υποχρεώσεών της στα συνταγματικά και νομοθετικά προβλεπόμενα πλαίσια άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας.

Ερμηνείας χρήζει εν προκειμένω και η διάταξη του άρ. 88 παρ. 5 του Συντάγματος ως προς το όριο ηλικίας για την αποχώρηση των δικαστικών λειτουργών από ένα βαθμό και πάνω λόγω συνταξιοδοτήσεως, για την εφαρμογή της οποίας ο Συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος διευκρινίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, ως μέρα συμπλήρωσης του ηλικιακού ορίου των 65 ετών είναι η ημέρα της 30ης Ιουνίου του έτους αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού. Η αρμοδιότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να προβαίνει στην πλήρωση των θέσεων του προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου χρονικά συμπίπτει με την κένωση των θέσεων αυτών, δηλαδή από 1ης Ιουλίου  κάθε έτους, και μέχρι σήμερα  θεσμικά αυτό συμβαίνει.

Από την άλλη, η παράγραφος 5 του άρ. 90 ορίζει ότι η προαγωγή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών τους και την σχετική εισήγηση κάνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η κυβέρνηση δεν έχει παραιτηθεί και το Υπουργικό Συμβούλιο είναι εν ενεργεία, είναι θέμα της ανωτέρω ερμηνείας του Συντάγματος, κατά πόσο το Υπουργικό Συμβούλιο παραβιάζει ή όχι την συγκεκριμένη διάταξη, αν γίνει δεκτό ή όχι ότι πρόκειται για μία οιονεί υπηρεσιακή κυβέρνηση. Η κυβέρνηση μάλιστα προέβη στη δήλωση ότι για την επιλογή των συγκεκριμένων δικαστικών προηγήθηκαν καιρό τώρα διαβουλεύσεις, από τη Διάσκεψη των προέδρων της Βουλης, στις οποίες συμμετείχαν όλα τα κόμματα. Συνεπώς ήταν εν τοις πράγμασιν εις γνώση της ΝΔ και των υπολοίπων κομμάτων η επιλογή των προσώπων αυτών, καθώς και της αποδοχής τους, αφήνοντας επιπλέον η κυβέρνηση αιχμές για το δήθεν ενδιαφέρον της ΝΔ για την συνταγματική νομιμότητα, όταν το 2014 ο Σαμαράς προέβη στην επιλογή του Στουρνάρα ως Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας λίγο πριν τις εκλογές, αλλά και υπό το φως των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων στελεχών της ΝΔ για το σκάνδαλο Novartis.

Ανεξαρτήτως της ερμηνείας των ανωτέρω άρθρων του Συντάγματος και των όποιων θεμιτών εξαιρέσεων από τους συνταγματικούς κανόνες, οι οποίες εξαιρέσεις δέον να ερμηνεύονται στενά, και ανεξαρτήτως της σπουδής ή μη  της κυβέρνησης να προβεί στο διορισμό της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, γεγονός είναι, και αυτό αποτελεί την ουσιώδη θέση του ΜέΡΑ25, ότι αρχή απαραβίαστη, απορρέουσα από τον Συνταγματικό Χάρτη, κορωνίδα και πεμπτουσία της ομαλής λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών αποτελεί η αρχή διάκρισης των εξουσιών του άρ. 26 του Σ. η οποία είναι ανεπίδεκτη ερμηνειών και εξαιρέσεων.  Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης είναι ένα μείζον θέμα,  για  το οποίο το ΜέΡΑ25 προτείνει, υπό την προϋπόθεση της προγενέστερης αναθεώρησης των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος, την καθιέρωση και εισαγωγή νέων συμμετοχικών θεσμών και διαδικασιών επιλογής των ανώτατων δικαστών, μέσα σε συνθήκες διαφάνειας, αυστηρής, αντικειμενικής, αμερόληπτης αξιολόγησης και ευρείας αποδοχής, με σκοπό τη μεγαλύτερη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία.

Αποτελεί συνεπώς σοβαρή καταστρατήγηση του πνεύματος του Συντάγματος και της αρχής διάκρισης των εξουσιών, αποτελεί σοβαρό διακύβευμα για τη δημοκρατία, να παγιδεύεται το θέμα της συνταγματικότητας ή μη της επιλογής των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, στην παρούσα πολιτική συγκυρία της προεκλογικής περιόδου, μέσα στον ιστό της πολιτικής καπήλευσης, μέσα στο γνωστό παλαιοκομματικό παιχνίδι του δικομματισμού και της ψηφοθηρίας.

Τομέας Δικαιοσύνης & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΜέΡΑ25

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.