Προϋπολογισμός 2020 με τη γνώριμη συνταγή της λιτότητας

Πολιτική
28 Νοέ, 2019

Πρωτογενή Πλεονάσματα

Το 2020 θα είναι το 4ο συνεχόμενο δημοσιονομικό έτος που καλούμαστε ως κοινωνία να αποδώσουμε στους δανειστές μας, εν είδει κεφαλικού φόρου, το 3,5% της ετήσιας παραγωγής μας. Ξεκινώντας από το 2017, όπου ο στόχος ήταν 1,75% του ΑΕΠ, με την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βέβαια να επιτυγχάνει υπερ-πλεόνασμα της τάξης του 4% περίπου και μάλιστα να επαίρεται για αυτά τα ματωμένα πλεονάσματα, τέκνα της υπερ-φορολόγησης και της περικοπής δαπανών.

Γιατί στεκόμαστε τόσο στα πρωτογενή πλεονάσματα; Επειδή ακριβώς αποτελούν την πηγή της στασιμότητας που μαστίζει την ελληνική κοινωνική οικονομία και κυρίως, επειδή αποτελούν τον κύριο μηχανισμό επιβολής του δόγματος της Εσωτερικής Υποτίμησης: η μονιμοποιημένη λιτότητα που συνεπάγονται αυτά τα υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα, ουσιαστικά διατηρούν χαμηλές, έως και αρνητικές, τις προσδοκίες των πολιτών για το μέλλον, ενισχύοντας την αβεβαιότητα. Με τον τρόπο αυτό, οι εργαζόμενοι καθίστανται πιο ελαστικοί στο να δεχτούν χειρότερους όρους εργασίας και αμοιβές, οι δε πολίτες στο σύνολό μας γινόμαστε πιο δεκτικοί στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και των βασικών αγαθών. Ας μη λησμονούμε πως η εσωτερική υποτίμηση αποσκοπεί στην άγρα ανταγωνιστικότητας για την ελληνική οικονομία, μιας ανταγωνιστικότητας της «φτήνιας», με φθηνό εργατικό δυναμικό, δεκτικό σε ελαστικές μορφές εργασίας.

Πρωτογενές πλεόνασμα του Δημοσίου ισούται εξ ορισμού με έλλειμμα του ιδιωτικού τομέα. Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη, όταν οι μνημονιακές κυβερνήσεις έχουν δεσμεύσει τη χώρα σε ετήσια αφαίμαξη. Μέχρι τώρα έχουμε εκροή μέσα στα τρία τελευταία έτη, 2017, 18,19, αθροιστικά περί τα 18δισ€, ποσό που κατευθύνεται στη μαύρη τρύπα ενός μη βιώσιμου χρέους. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τερματισμό της κρίσης και βιώσιμη ανάπτυξη όταν ξεκινάμε κάθε δημοσιονομικό έτος με ένα handicap της τάξης του 3,5%, και 2,2% από το ’22 έως το ’60.

Οι φοροελαφρύνσεις Μητσοτάκη

Προεκλογικά αλλά και αμέσως μετά τις εκλογές, τονίζαμε πως η ΝΔ είναι απόλυτα δεσμευμένη έναντι των δανειστών, προσηλωμένη πλήρως στους στόχους των πρωτογενών πλεονασματών. Οι όποιες φοροελαφρύνσεις υπόσχεται, τονίζαμε, θα έχουν να κάνουν μόνο με τη διαχείριση του υπερ-πλεονάσματος που επιτύγχανε ο ΣΥΡΙΖΑ, και επουδενί με αμφισβήτηση των πλεονασμάτων αυτών καθαυτών. Όπερ και εγένετο. Οι φοροελαφρύνσεις που φέρνει ο προϋπολογισμός έχουν να κάνουν κυρίως με τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων από το 28% στο 24%, αλλά με τρόπο οριζόντιο. Το ΜέΡΑ25 στο πολιτικό του πρόγραμμα και συγκεκριμένα στις Επτά Τομές μιλά για μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων αλλά για τις μεσαίες και μικρές, όχι για τις λίγες πολύ μεγάλες που λυμαίνονται προνομιακά και ολιγοπωλιακά ολόκληρους κλάδους. Η οριζόντια μείωση της ΝΔ ευνοεί ουσιαστικά αυτούς που δεν έχουν λόγο βιωσιμότητας να ευνοηθούν, είναι απλώς ένα από τα γραμμάτια που η ΝΔ ξεπληρώνει στους ολιγάρχες που την στήριξαν και στηρίζουν.

Περαιτέρω στοιχεία που προκύπτουν από τη μελέτη του προϋπολογισμού.

· Μια κατ’ αρχήν διευκρίνιση: άλλο ανάπτυξη, άλλο μεγέθυνση του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη προϋποθέτει διάχυση της ευημερίας στο σύνολο της κοινωνίας, η μεγέθυνση είναι απλώς μια αριθμητική αποτύπωση.

· Για το 2019, η κυβέρνηση εκτιμά μεγέθυνση ΑΕΠ κατά 2%, ενώ ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ΟΟΣΑ την τοποθετούν στο 1,8%. Παρομοίως, στην Έκθεση Προϋπολογισμού 2020, η κυβέρνηση προβλέπει μεγέθυνση ΑΕΠ 2,8%, ενώ ο ΟΟΣΑ την υπολογίζει στο 2,1% και το ΔΝΤ και η Ευρ.Επιτροπή στο 2,3%. Ακόμα και ο Στουρνάρας προβλέπει 2,4%.

· Ακόμα και με αυτές τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις, το δημόσιο χρέος -που θα παραμείνει στα 329,5 δισ.- θα φτάσει στο 167% του ΑΕΠ…

· Εν γένει, η Έκθεση επαναλαμβάνει τη γνώριμη συνταγή της λιτότητας: συγκράτηση των δαπανών και καθήλωσης των δημοσίων επενδύσεων. Οι όποιες φοροελαφρύνσεις είναι άνισα κατανεμημένες υπέρ του επιχειρηματικού τομέα (μείωση φόρου εισοδήματος ΝΠ από 28% σε 24% και μείωση φόρου κερδών από 10% σε 5%), παρόλο που η παροχή φορολογικών κινήτρων στον ιδιωτικό τομέα έχει δοκιμαστεί κατά κόρον κι έχει αποδειχθεί αλυσιτελής. Μάλιστα, στην παρούσα φάση, είναι και εκτός ευρωπαϊκού κλίματος. Σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ασκούνται ισχυρές πιέσεις, και από την ΕΚΤ, ακόμη και στη δογματική Γερμανία, για σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών και επενδύσεων, ώστε να αποφευχθεί μια υποτροπή σε ύφεση.

· Σε κανέναν πίνακα ή οπουδήποτε αλλού στην Έκθεση, δεν καταγράφεται η διάκριση μεταξύ άμεσων και έμμεσων φόρων! Ενδεχομένως, πρόκειται για προσπάθεια να κρυφτεί η ταξικότητα του μείγματος, καθώς είναι προφανές ότι αυξάνεται έτι περαιτέρω η ήδη υψηλή αναλογία έμμεσων-άμεσων φόρων. Συγκεκριμένα, ενώ οι φόροι αγαθών και υπηρεσιών (ΦΠΑ, ΕΦΚ) προβλέπεται να αυξηθούν κατά 636 εκ. (+2,2%), ο φόρος εισοδήματος μειώνεται κατά 97 εκ. (-0,6%), αφού για τις εταιρίες μειώνεται κατά 446 εκ. (-11,1%!) τη στιγμή που αυξάνεται για τα φυσικά πρόσωπα (+323 εκ. ή +2,8). Ακόμα και στους τακτικούς φόρους ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ) προβλέπεται αύξηση κατά 84 εκ. (+3%), γεγονός που προοιωνίζεται πως ό,τι ψίχουλα κέρδισαν οι περισσότεροι ιδιοκτήτες μικρής-μεσαίας ακίνητης περιουσίας από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ 2019, θα κληθούν να τα… επιστρέψουν εξαιτίας της επικείμενης αύξησης των αντικειμενικών αξιών. Έτσι, αυτό που θα μείνει θα είναι το δωράκι στους μεγαλοϊδιοκτήτες.

· Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες που προορίζονται για τους κατ’ εξοχήν κοινωνικούς τομείς της κρατικής χρηματοδότησης, την παιδεία, την υγεία, τον πολιτισμό, τη στήριξη των ασθενέστερων, την κοινωνική πρόνοια, είτε μένουν στάσιμες, είτε έχουν περικοπεί αισθητά. Συνολικά, οι Μεταβιβάσεις θα μειωθούν κατά 114 εκ. (-0,4%) και οι Κοινωνικές Παροχές θα μειωθούν στο ήμισυ του 2019 (από 261 σε 134 εκ). Έτσι, παντού καταγράφονται είτε μικρές μειώσεις, είτε στασιμότητα δαπανών, με αξιοσημείωτες ανακατανομές παροχών στους δικαιούχους, που έχουν ακόμη και ρατσιστική χροιά, αφού στους δικαιούχους προνοιακών επιδομάτων, και ειδικότερα στους μετανάστες, πρέπει να αναζητηθούν κατά βάση οι «χαμένοι» του κοινωνικού προϋπολογισμού για το 2020. Η μείωση της δαπάνης που προκύπτει σχεδόν για όλα τα είδη επιδομάτων συνδέεται με την πρόθεση της κυβέρνησης να περικόψει τον αριθμό των μεταναστών που πληρούν τις ισχύουσες προϋποθέσεις και έχουν θεμελιώσει δικαίωμα στα κοινωνικά επιδόματα.

· Το ίδιο ποσό με την πρόβλεψη του 2019 (961 εκατ. ευρώ) εμφανίζεται να έχουν τα οικογενειακά επιδόματα. Στην πραγματικότητα ο στόχος του 2020 υστερεί κατά 139 εκατ. ευρώ έναντι του 2019, καθώς παρατηρήθηκε υπέρβαση του ποσού. Μειωμένες κατά 3 εκατ. ευρώ θα είναι και οι δαπάνες για τους ανασφάλιστους υπερήλικες, ενώ μείωση θα έχει και το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης (ΚΕΑ) με προϋπολογισμό 850 εκατ. ευρώ, δηλαδή αρκετά πιο κάτω από το 1 δισ. ευρώ που είχε προβλεφθεί για το 2019 αλλά, σύμφωνα με την εκτίμηση, λόγω μη απορρόφησης όλου του ποσού η τελική δαπάνη για το τρέχον έτος δεν θα ξεπεράσει τελικά τα 680 εκατ. ευρώ. Η μείωση του ΚΕΑ αποδίδεται ενδεχομένως στο ξεσκαρτάρισμα των δικαιούχων εφόσον τεθεί -σύμφωνα με πληροφορίες- ως προϋπόθεση για τη χορήγησή του και η υποβολή αποδεικτικού εγγραφής στο σχολείο των τέκνων των δικαιούχων. Μειωμένη 192 εκατ. ευρώ προβλέπεται η συνταξιοδοτική δαπάνη (121 εκατ. ευρώ για κύριες συντάξεις και 71 εκατ. για επικουρικές).

· Συνολικά το ισοζύγιο των ασφαλιστικών ταμείων εκτιμάται ότι θα παρουσιάσει πλεόνασμα 1,021 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 202 εκατ. ευρώ έναντι των εκτιμήσεων για το 2019 (819 εκατ. ευρώ). Για τα ασφαλιστικά ταμεία το μεγαλύτερο μερίδιο της αύξησης (κατά 593 εκατ. ευρώ) θα προέλθει από την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, λόγω της ρύθμισης των 120 δόσεων και της προβλεπόμενης αύξησης της μισθωτής εργασίας. Η μείωση των δαπανών και η προβλεπόμενη αύξηση των εσόδων συμβάλλουν στη μείωση της κρατικής επιχορήγησης κατά 475 εκατ. ευρώ, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει ακόμη μια φορά ότι ουδεμία πρόβλεψη υπάρχει για την καταβολή αναδρομικών που έχει εκδικάσει το Συμβούλιο της Επικρατείας.

· Το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων προβλέπει δαπάνες 6,7 δισ. ευρώ, ένα ποσό σταθερό από το 2011 και σχεδόν 2 δισ. χαμηλότερο από αυτό που προέβλεπε ο τελευταίος προ μνημονίων προϋπολογισμός, αυτός του 2010. Μα ακόμη κι αυτές οι ήδη περικομμένες δημόσιες επενδύσεις κάθε χρόνο μένουν ανεκτέλεστες σε ποσοστό τουλάχιστον 10% για να υπηρετηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα. Ο προϋπολογισμός 2020 προβλέπει τυπικά μια μικρή αύξηση των δημόσιων επενδύσεων, κατά 600 εκατ. σε σχέση με τη φετινή πρόβλεψη, αλλά αν λάβουμε υπόψη ότι από το φετινό ΠΔΕ, στο δεκάμηνο 800 εκατ. μένουν ανεκτέλεστα και προφανώς θα μείνουν ανεκτέλεστα μέχρι το τέλος του έτους, πρόκειται για μια λογιστική μόνο αύξηση, που προφανώς θα χαθεί στη μαύρη τρύπα του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.