Οι «κατσαρίδες» της Γαλλίας: Μπορούν οι νέοι να νικήσουν;

Αρθρα - Αναδημοσιεύσεις
15 Οκτ, 2026

Του Γιάνη Βαρουφάκη
Αναδημοσίευση και μετάφραση από τo UnHerd

Η γαλλική νεολαία ήταν ανέκαθεν το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο της Ευρώπης. Κάθε φορά που η ήπειρος βρισκόταν μπροστά σε μια ιστορική καμπή, οι νέοι στη Γαλλία έβγαιναν στους δρόμους, τις περισσότερες φορές χωρίς να το συνειδητοποιούν, για να σημάνουν συναγερμό. Το έκαναν το 1789, όταν η φεουδαρχία ψυχορραγούσε. Το έκαναν το 1871, όταν η Παρισινή Κομμούνα προανήγγειλε την άνοδο του Μεγάλου Κεφαλαίου και της Μεγάλης Χρηματοπιστωτικής Ισχύος. Το έκαναν τον Μάη του 1968, λίγο πριν τιναχτεί στον αέρα το σύστημα του Μπρέτον Γουντς. Και τα Κίτρινα Γιλέκα, με τις τάξεις τους γεμάτες νέους και ανθρώπους που είχαν μείνει πίσω, το έκαναν ξανά το 2018, προειδοποιώντας την κυβέρνηση Μακρόν την ώρα που εκείνη μετέφερε πυρετωδώς ακόμη περισσότερο πλούτο από τους φτωχούς στους πλούσιους. Σαν τραγικοί ήρωες, που τα αιτήματά τους παραμερίζονται, ενώ οι πράξεις τους κινούν την Ιστορία, επέστρεψαν.

Όλα ξεκίνησαν στα μέσα Σεπτεμβρίου, στο Κρετέιγ, στα προάστια του Παρισιού, όταν μαθητές λυκείου διαδήλωσαν σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους απεργούς καθηγητές τους. Τρεις εβδομάδες αργότερα, εκατοντάδες σχολεία έχουν κλείσει, η πλατεία της Βαστίλης έχει γεμίσει ξανά και οι διαδηλώσεις έχουν εξαπλωθεί στο Βέλγιο, στην Ιταλία και πλέον στην Ελλάδα. Τα αιτήματα είναι σχεδόν ντροπιαστικά μετριοπαθή: αρκετοί καθηγητές, τάξεις που να μην ασφυκτιούν από τον υπερβολικό αριθμό μαθητών, κτίρια που να μην καταρρέουν. Η απάντηση του κράτους κάθε άλλο παρά μετριοπαθής υπήρξε. Σχεδόν επτά χιλιάδες συλλήψεις, το 86% των οποίων αφορά ανηλίκους. Ένας δεκαπεντάχρονος έχασε το αριστερό του χέρι από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης. Ένας δεκαεξάχρονος έχασε εν μέρει την όρασή του από πλαστική σφαίρα. Στο μεταξύ, ο πρωθυπουργός τούς κάνει κήρυγμα κατά της «βίας» και κατακεραυνώνει τους πολιτικούς που «χρησιμοποιούν αυτή την οργή για να δώσουν τις εκλογικές τους μάχες».

Παρακολουθώ ξανά και ξανά τα βίντεο. Πολλοί από τους μαθητές θα μπορούσαν να κάνουν τους βουλευτές μας να ντραπούν, με τον αβίαστο, λαμπερό λόγο τους. Άλλοι αδυνατούν να συνδέσουν δύο προτάσεις. Κάποιοι επιδίδονται σε αποκρουστικές βιαιότητες. Καθώς τους παρακολουθώ, το μυαλό μου τρέχει πίσω στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία. Στην οργή μας απέναντι στην αποφασιστικότητα της Μάργκαρετ Θάτσερ να πετσοκόψει τους προϋπολογισμούς των πανεπιστημίων μας. Και στη φίλη μου τη Φιόνα, για την οποία ένιωσα την ανάγκη να γράψω τόσο στο τελευταίο μου βιβλίο όσο και στο τελευταίο μου άρθρο, εδώ. Ως φοιτητές ακτιβιστές, η Φιόνα κι εγώ γνωρίσαμε τη μία πολιτική ήττα μετά την άλλη, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας των ανθρακωρύχων και της σύγκρουσης στο Γουάπινγκ. Μια μέρα, εξαντλημένος από αυτή την αλυσίδα ηττών, ρώτησα τη Φιόνα μήπως είχε έρθει η ώρα να παραδοθούμε, να τα παρατήσουμε. Η απάντησή της με συνοδεύει εδώ και σαράντα χρόνια: όταν συμμετέχεις σε έναν δίκαιο αγώνα, μου είπε, μαθαίνεις να ζεις διαρκώς μια ανάσα από την παραίτηση, χωρίς ποτέ πραγματικά να παραιτείσαι.

Αυτό είναι το πολιτικό πάθος που μπορεί να χτυπά μέσα στα στήθη των νέων. Δεν εκφράζεται πάντοτε με σαφήνεια, σπάνια πειθαρχεί και, όπως έμαθα στην Αγγλία της Θάτσερ, βρίσκεται συνήθως στην πλευρά των ηττημένων. Η μοναδική λύπη της Φιόνα ήταν ότι αγωνιζόμασταν υπέροχα για να υπερασπιστούμε κοινότητες που άξιζαν την υπεράσπισή μας, αλλά για σκοπούς που κραύγαζαν τον αναχρονισμό τους. «Γιατί δεν μπορούμε να γονατίσουμε τη χώρα απαιτώντας καθαρή ενέργεια και ελεύθερο Τύπο;», με ρωτούσε, την ώρα που αγωνιζόμασταν στο πλευρό των ανθρακωρύχων και των λευκών ανδρών τυπογράφων, των οποίων η εργασία παρήγαγε άθλια κουρελόχαρτα όπως η News of the World και η Sun.

Οι Γάλλοι μαθητές λυκείου δεν έχουν τέτοιο πρόβλημα. Ο σκοπός τους κάθε άλλο παρά αναχρονιστικός είναι. Διεκδικούν το μοναδικό πράγμα που χρειάζεται κάθε κοινωνική οικονομία και που οι δικές μας οικονομίες αρνούνται να χρηματοδοτήσουν τουλάχιστον από το 2008 — πολύ νωρίτερα στη Βρετανία και στην Ελλάδα, τη δική μου χώρα: την επένδυση στο μέλλον, ξεκινώντας από τους ανθρώπους που θα ζήσουν μέσα σε αυτό.

Εδώ βρίσκεται η σκληρή ειρωνεία. Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, οι κεντρώοι πολιτικοί λένε στις γαλλικές οικογένειες ότι δεν υπάρχουν χρήματα: για καθηγητές, για αίθουσες διδασκαλίας, για οτιδήποτε δεν αποφέρει γρήγορη πρόσοδο. Το ίδιο αυτό Κέντρο, μετά το 2008, βρήκε απεριόριστα ποσά για τους τραπεζίτες και σήμερα βρίσκει αστρονομικά ποσά για εξοπλισμούς. Ακόμη και η Renault έχει μπει στο παιχνίδι, στρεφόμενη από τα ιδιόρρυθμα αυτοκίνητα στα φονικά drones. Επί σχεδόν δύο δεκαετίες, η λιτότητα για τις μάζες και ο «σοσιαλισμός» για τους τραπεζίτες και τις επιχειρήσεις στραγγάλισαν τις επενδύσεις.
Και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού.

Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο εδώ. Γιατί να επενδύσει το Μεγάλο Κεφάλαιο τους ποταμούς χρήματος που του παρείχε δωρεάν η κεντρική τράπεζα, όταν οι μάζες ήταν υπερβολικά φτωχές για να αγοράσουν ακριβά προϊόντα; Όπως ήταν φυσικό, οι μεγάλες επιχειρήσεις πήραν τα χρήματα της κεντρικής τράπεζας και αγόρασαν τις ίδιες τους τις μετοχές. Καθώς οι τιμές αυτών των μετοχών εκτοξεύονταν, το ίδιο συνέβαινε με τα μπόνους των διευθυντικών στελεχών, τις τιμές των κατοικιών στις καταπράσινες, εύπορες συνοικίες του Παρισιού και τις τιμές όλων όσων αγοράζουν οι πλούσιοι όταν έχουν χρήματα για πέταμα — από έργα τέχνης μέχρι κρυπτονομίσματα. Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι κερδοφορίας, οι παραγωγικές επενδύσεις κατέρρευσαν. Γιατί να επενδύσεις στην παραγωγή, όταν μπορείς να βγάλεις περισσότερα αγοράζοντας απλώς ακίνητα, έργα τέχνης και Bitcoin;

Αυτός είναι ο λόγος που η γερμανική βιομηχανία μαραζώνει, που τα σχολεία της Γαλλίας καταρρέουν και που τόσοι νέοι κοιτάζονται στον καθρέφτη και αναρωτιούνται πώς θα είναι η ζωή τους σε δέκα χρόνια. Ιδίως τώρα που η τεχνητή νοημοσύνη κονιορτοποιεί τις θέσεις εργασίας για νεοεισερχόμενους στην αγορά, οι οποίες μέχρι πρότινος προορίζονταν για τα «καλά» παιδιά που διάβαζαν τα μαθήματά τους και ακολουθούσαν κατά γράμμα όσα υπαγόρευε η αστική κοινωνία. Είναι παράδοξο οι ενήλικοι να απορρίπτουν τους μαθητές που αποκλείουν τα λύκειά τους ως επαναστάτες χωρίς αιτία. Είναι η πρώτη γενιά που παραλαμβάνει τον αστρονομικό λογαριασμό για τον συνδυασμό λιτότητας για τους πολλούς και σοσιαλισμού για τους ελάχιστους, τον οποίο τους κληροδότησε η δική μας γενιά.

Καθώς τους παρακολουθώ, μια πιο σκοτεινή σκέψη τρυπώνει στο μυαλό μου. Η συγκλονιστική νεανική εξέγερση του Μάη του 1968, όταν οι φοιτητές μάς καλούσαν να απαιτήσουμε το αδύνατο, κατέληξε να ενισχύσει τον συντηρητισμό. Μήπως η σημερινή εξέγερση καταλήξει να τροφοδοτήσει την άκρα Δεξιά που τους μισεί, τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις που ευδοκιμούν πάνω στην απελπισία τους; Έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, η Μαρίν Λεπέν προηγείται στις δημοσκοπήσεις με περίπου 35%. Έχουμε ήδη δει πώς θα παίξει το χαρτί της η παράταξή της.

Οι διαδηλωτές από τα προάστια του Κρετέιγ και του Σεν-Σεν-Ντενί παρουσιάζονται ως μαύροι και Άραβες αλήτες, ξένα σώματα που πυρπολούν τη Δημοκρατία. Όσο για τα εξοργισμένα λευκά παιδιά της αστικής τάξης από το κέντρο του Παρισιού, αυτά παρουσιάζονται ως κακομαθημένα πλουσιόπαιδα, εξυπνάκηδες, προνομιούχα προϊόντα των ελίτ λυκείων, που δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει να δουλεύεις για να βάλεις φαγητό στο τραπέζι, τι σημαίνει να είσαι το πραγματικό θύμα μιας ανισότητας που σου μουδιάζει το μυαλό. Η στρατηγική της άκρας Δεξιάς είναι δοκιμασμένη: διαιρεί τη νεολαία με βάση τη φυλή και την τάξη, στρέφει τις φοβισμένες μεσαίες τάξεις εναντίον και των δύο πλευρών και, τελικά, η ακροδεξιά μπαίνει θριαμβευτικά στο Μέγαρο των Ηλυσίων υποσχόμενη τάξη. Μοιάζει σαν οι νέοι να μην μπορούν να νικήσουν. Ή μήπως μπορούν;

Αναζητώντας ελπίδα, στράφηκα σε ένα άρθρο της συγγραφέα Αρουντάτι Ρόι, που περιγράφει μια άλλη νεανική εξέγερση, στην άλλη άκρη του κόσμου. Στην Ινδία, ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου αποκάλεσε περιφρονητικά τους άνεργους νέους Ινδούς «κατσαρίδες». Ένας φοιτητής, ο Αμπιτζίτ Ντίπκε, απάντησε στο Instagram με μία και μοναδική ερώτηση: «Κι αν ενωθούν όλες οι κατσαρίδες;». Εκατομμύρια ανταποκρίθηκαν. Έτσι γεννήθηκε το Λαϊκό Κόμμα των Κατσαρίδων, το Cockroach Janta Party, απαιτώντας αρχικά την παραίτηση ενός υπουργού Παιδείας, το υπουργείο του οποίου είχε επιτρέψει τη διαρροή του ενός εξεταστικού θέματος μετά το άλλο, καταστρέφοντας τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που είχαν θυσιάσει τα πάντα για να συμμετάσχουν σε αυτές τις εξετάσεις. Στις 20 Ιουλίου, δεκάδες χιλιάδες νεαρές «κατσαρίδες» κατέκλυσαν το Δελχί και βάδισαν προς το Κοινοβούλιο, αψηφώντας δακρυγόνα, γκλομπ και τις κάννες των αυτόματων όπλων.

Οι παραλληλισμοί με τη Γαλλία είναι εντυπωσιακοί. Στο Δελχί, όπως και στο Παρίσι, όλα ξεκίνησαν από την εκπαίδευση: από την περιφρόνηση του κράτους απέναντι στους νέους που υποτίθεται ότι όφειλε να προετοιμάσει για το μέλλον. Στο Δελχί, όπως και στο Παρίσι, το αίτημα που άναψε τη φωτιά γρήγορα μετατράπηκε, σύμφωνα με τα λόγια της Ρόι, σε «ψιλά γράμματα». Ο πραγματικός στόχος ήταν η σαπίλα ολόκληρου του συστήματος διακυβέρνησης. Και στο Δελχί, σύμφωνα με πληροφορίες, η αστυνομία ετοίμαζε φορτηγά γεμάτα πέτρες και οχήματα που είχαν υποστεί ζημιές εκ των προτέρων, ώστε οι νέοι να φαίνονται βίαιοι και το κράτος να εμφανίζεται σαν να ενεργεί σε αυτοάμυνα. Να το θυμάστε αυτό την επόμενη φορά που κάποιος Γάλλος υπουργός θα μιλήσει για «βία».

Αλλά το σημαντικότερο δίδαγμα από τις κατσαρίδες είναι εκείνο που έκαναν σωστά. Αντί να κάνουν κηρύγματα, γράφει η Ρόι, έδειξαν στην Ινδία πώς θα μπορούσε να είναι η Ινδία: μουσουλμάνοι, ινδουιστές, χριστιανοί, σιχ, άνθρωποι από κάθε κάστα και κοινωνική τάξη να προστατεύουν ο ένας τον άλλον καθώς αντιμετώπιζαν την αστυνομία. Ο Ντίπκε, ένας Νταλίτ, τόλμησε να πει δυνατά αυτό που οι επιφυλακτικοί πολιτικοί της αντιπολίτευσης δεν τολμούσαν: ότι αν το όνομά του ήταν Χαλίντ, θα βρισκόταν ήδη στη φυλακή. Με λίγα λόγια, οι κατσαρίδες αρνήθηκαν να διαιρεθούν πάνω στις διαχωριστικές γραμμές που το καθεστώς είχε περάσει μια δεκαετία βαθαίνοντας. Έκαναν αυτό που η φίλη μου η Φιόνα απαιτούσε πάντα από εμάς: σταμάτησαν να εξηγούν την καταπίεση και άρχισαν να κάνουν πράξη την αλληλεγγύη.

Κοιτάζοντας προς την Ινδία, αισθάνομαι πως έχω πλέον μια απάντηση για τη Γαλλία. Οι νέοι της Γαλλίας μπορούν να νικήσουν, αν το παιδί από το Κρετέιγ και το παιδί από το Λύκειο Henri-IV αρνηθούν να παίξουν τους ρόλους που τους έχουν γράψει η ακροδεξιά και το ακραίο Κέντρο. Αν καταλάβουν ότι οι ετοιμόρροπες αίθουσες των προαστίων και οι υπερπλήρεις αίθουσες του κεντρικού Παρισιού έχουν τον ίδιο υπαίτιο. Αν συνειδητοποιήσουν ότι η αξιοπρέπειά τους είναι αδιαίρετη, ότι, όπως τραγουδούσε ο Σόλομον Μπερκ, με τη συνοδεία εκείνου του υπέροχου οργάνου Χάμοντ, «κανείς μας δεν είναι ελεύθερος όσο έστω κι ένας από εμάς είναι αλυσοδεμένος».

Αλλά η Ρόι απευθύνει και μια προειδοποίηση που εμείς, οι ενήλικοι, οφείλουμε να λάβουμε σοβαρά υπόψη. Η αυθόρμητη οργή εξανεμίζεται, γράφει, αν δεν ξεκινήσει πραγματική πολιτική δουλειά. «Τα κράτη έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν. Οι άνθρωποι όχι». Η γαλλική κυβέρνηση ήδη περιμένει, υποσχόμενη ένα «σχέδιο» μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου και ελπίζοντας ότι μέχρι τα Χριστούγεννα οι μαθητές θα έχουν επιστρέψει εξαντλημένοι στις τάξεις τους. Εδώ αισθάνομαι πιο κοντά στη μητέρα μου, μια φεμινίστρια της δεύτερης γενιάς, παρά στη φίλη μου τη Φιόνα. Ενώ η Φιόνα δυσπιστούσε απέναντι σε κάθε οργάνωση, θεωρώντας την σχολείο εκπαίδευσης μελλοντικών γραφειοκρατών, η μητέρα μου, που είχε αντιμετωπίσει μόνη της επί χρόνια τον οργανωμένο μισογυνισμό, ήξερε ότι χωρίς οργάνωση η ζωή είναι μίζερη και οι αγώνες βραχύβιοι.

Οι νέοι άναψαν τη φωτιά. Είναι καθήκον των συνδικάτων, των εκπαιδευτικών, των γονιών και, ναι, των κομμάτων της Αριστεράς να σταματήσουν τους ανταγωνισμούς για το ποιος θα πάρει την καλύτερη θέση και να μετατρέψουν αυτή τη στιγμή σε πρόγραμμα: χρήματα για τα σχολεία, τέλος στη λιτότητα που τα στραγγαλίζει και μια μεγάλη εκστρατεία δημόσιων επενδύσεων στους τομείς του μέλλοντος, χρηματοδοτημένη με τα μέσα που ορισμένοι από εμάς προτείνουμε εδώ και χρόνια.

Αν τους απογοητεύσουμε, η ακροδεξιά θα θερίσει την οργή τους, όπως θέρισε και την οργή των Κίτρινων Γιλέκων. Αν δεν τους απογοητεύσουμε, οι νεαρές κατσαρίδες της Γαλλίας θα πετύχουν περισσότερα από όσα πέτυχαν οι προκάτοχοί τους το 1789, το 1871 και το 1968: δεν θα προειδοποιήσουν απλώς την Ευρώπη, σαν θερμοστάτης, ότι έφτασε στο σημείο βρασμού, αλλά θα μας βοηθήσουν να στρίψουμε το τιμόνι της Ιστορίας προς μια κατεύθυνση μακριά από τον φασισμό, τον ρατσισμό και τις παράλογες συγκρούσεις.

Το καναρίνι τραγουδά ξανά. Αυτή τη φορά, ας μην περιμένουμε μέχρι να σωπάσει.

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.

Μετάβαση στο περιεχόμενο