Παρακάτω δημοσιεύουμε μια επιστολή που λάβαμε πριν λίγες μέρες – στην 17η επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Νεράντζια
Στα δεκαπέντε και κάτι μας δολοφόνησαν έναν συνομήλικο. Μας τον δολοφόνησαν στην ψύχρα αργά το βράδυ στο κέντρο της Αθήνας. Του Αγίου Νικολάου σκότωσαν ένα παιδί…
Δεν ήθελε παραπάνω.
Το αίμα του πότισε το χώμα που θα μας σκεπάσει. Το όνομα του βάπτισε τη γενιά μας. Σκότωσαν ένα παιδί. Από δω και στο εξής ακούμε στο όνομά του: «Γενιά Γρηγορόπουλου».
Κατεβαίνουμε στις πορείες. Κοσμοσυρροή. Μαθητές. Γονείς. Παιδιά. Νιώθουμε το βάρος της Ιστορίας, της ιστορικής στιγμής. Δεν διαβάζουμε ιστορική ποίηση, δεν διαβάζουμε Καβάφη : αναπνέουμε Καβάφη. Και αυτό μας δίνει κουράγιο, σε κάθε δακρυγόνο, να φυλάμε Θερμοπύλες. Και σημαδεύουμε τους υπεύθυνους με τα πρώτα μας νεράντζια.
Και υπεύθυνοι νιώθουμε πως είναι όλοι. Όσοι διατείνονται πώς είναι μαζί μας είναι ψεύτες.
Υποκριτές. Σκότωσαν ένα παιδί. Το σκότωσαν. Το πρόδωσαν, το δώσαν στον αφέντη θάνατο. Και είμαστε οι επόμενοι. Δεν το ξέρουμε ακόμη αλλά έχουμε δίκιο, είχαμε δίκιο. Μας πνίγει το δίκιο και ψάχνουμε όπλα, όχι για να σκοτώσουμε, όχι για να βλάψουμε, όχι για να σπείρουμε θάνατο, αλλά για να απαντήσουμε.
Όπλο μας έγινε η ίδια η ζωή, το παράξενο αυτό ανεξήγητο φρούτο, πικρό σαν νεράντζι.
Κι έτσι κάθε μέρα οι νερατζιές της Αθήνας ξεγυμνώνονται, σχεδόν αισθησιακά. Οι ίδιες νερατζιές που χρησιμοποιήθηκαν στις εξεγέρσεις του ‘41, του ‘73 και αργότερα, στις πορείες της μεταπολίτευσης, μας χαρίζουν τα πρώτα μας όπλα. Σύμβολο αέναης αντίστασης.
Μεθυσμένα Ξωτικά, Χάσμα, Kill the Cat, Κίτρινα Ποδήλατα. Σιδηρόπουλος, το σάουντρακ της εξέγερσης. Αλλά και το «θα χαθώ, θα χαθώ, θα χαθώ, ένα πρωί…». Κάποιος Θανασάκης.
Η Αθήνα καίγεται κι εμείς μαζί της. Οι πρώτες πορείες κι οι πρώτοι έρωτες πάνε μαζί.
Ύστερα, εκλογές. Καστελόριζο. Μνημόνια. Η Πατησίων δεν βλέπει πια Ακρόπολη : μονάχα βυθίζεται. Βυθίζεται κάτω από το ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ και το ΠΩΛΕΙΤΑΙ.
Οι δρόμοι γεμίζουν με σεξεργάτες. Άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια. Πείνα. Αγωνία. Πνίγονται για ένα τάληρο στην εφορία. Απολύσεις, φόβος, αυτοκτονίες, πορείες, η Μαρφίν, οι κουκούλες, οι περικοπές στις συντάξεις, μαζί τα φάγαμε, η λέξη « ομόλογο », υπουργικά επιτελεία και δίποδοι χαρτοφύλακες.
Τιμωρία λοιπόν. Οικογένειες ζουν τώρα με τα λεφτά της σύνταξης του παππού και της γιαγιάς. Μα η οικογενειοκρατία καλά κρατεί. Αμέσως από κάτω, οι συντεχνίες.
Κάποιοι φεύγουμε στο εξωτερικό. « Εδώ πεθαίνεις ». Είμαστε πολλοί και νιώθουμε εξόριστοι. Δεν είναι το Ματαρόα. Μα ναυάγιο. Έλληνας σημαίνει παρίας, φτωχαδάκι, αραχτός, τζίτζικας χοντρός με κοιλίτσα. Κάτω το κεφάλι. Μη σκας. Πάνω το κεφάλι. Μα με κάθε μικρή μας επιτυχία, ακαδημαϊκή, εργασιακή, οι φιλόξενοι αποικιοκράτες ρωτούνε για το «χρέος».
Πίσω στη χώρα, η Ακροδεξιά κάνει πάρτυ. Τους φταίνε οι ξένοι κι εδώ. Τους φταίνε κι όσοι μιλάνε, όσοι ζώνονται νεράντζια, δηλαδή όπλα-σύμβολα. Τους φταίνε όσοι αντιδρούν.
Ο Νικόλας δεν θέλει άλλους αθώους νεκρούς. Στα χέρια του καίει ακόμη το αίμα του φίλου του. Συλλαμβάνεται στην Κοζάνη, καταδικάζεται, οδηγείται στη φυλακή. Εκεί, παντρεύεται.
Λίγο αργότερα δολοφονείται ο Φύσσας : στους δύο οι νεκροί.
Οπωροφόρα ανθίζουν πάνω από το χώμα που τους σκεπάζει: κινήματα, συλλογικότητες, πλατείες, ένα σώμα… ένα κορμί που ξανα-σηκώνεται, κορμί πολιορκημένο, φυλακισμένο, μα και ελεύθερο, ένα σώμα γεμάτο ιστορίες αντίστασης και πόνου, γεμάτο Ιστορία.
Συνασπίζονται πολλοί. Εκλογές. Η σύμπραξη είναι λένε… πολύ ιστορική. Χαμόγελα. Έξι μήνες όντως χαμόγελα. Χαμόγελα ανεξάρτητα: ας γίνει ό,τι θέλει, δεν μας φοβίζει και δεν μας τρομοκρατεί τίποτα. Στα αμφιθέατρα, στους διαδρόμους δε βρίσκεις χώρο να σταθείς.
Κλείνουν οι τράπεζες. Σε κάποιους δεν αρέσουν οι ουρές : δεν έχουν ξαναδεί. Στα φανάρια οι οδηγοί σβήνουν τη μηχανή του αυτοκινήτου συνωμοτικά για να εξοικονομήσουν βενζίνη.
Βρισκόμαστε σε πόλεμο με τους δωσίλογους, τα τσιράκια, την ευκολία, τα πρωινάδικα, τους καναπέδες και τους καναπεδοκέφαλους, τη νοοτροπία που μας οδήγησε ως «εδώ».
Λευτεριά με κάθε κόστος.
Έξι μήνες έντονοι. Έξι μήνες χαραγμένοι πάνω στα σώματα, πλάι στις άλλες Ιστορίες.
Στο δημοψήφισμα ακόμη κι αυτοί που δεν ψηφίζουμε, ψηφίζουμε. Ε, όχι… ποιος θα το πίστευε; Μεγάλο το αμάρτημα : όποιος ψηφίζει σήμερα, χίλιες φορές ψηφίζει. Το βράδυ συγκεντρωνόμαστε στις πλατείες. Από τη μικρή στη μεγάλη. Σύνταγμα. Αύριο θα μας αφανίσουν. Μπορεί αύριο να πάψει να υπάρχει εκείνο που ορισμένοι ονομάζουν «Ελλαδιστάν» και άλλοι απλώς «Ελλάδα». Μα απόψε στέκει στο ίδιο σημείο κάτι πιο αληθινό κι από τα δύο : απόψε στεκόμαστε πάνω στις πύλες ενός μικρού φρουρίου στα ανατολικά της Μεσογείου οπλισμένοι νεράντζια, μπροστά μας στέκεται ο Χάρος και εμείς δακρύζουμε από χαρά.
Στα χείλη όλων… ήταν μια λέξη μοναχά. Μέσα από τα κορμιά, όπου δε σταματά να γράφεται. Απόψε τη νιώθεις να σε διαπερνά, ασυναγώνιστη. Ανάμεσα στο πλήθος, ανάλαφρη.
Άλλοι βγάζουν έρπη…
Η ηγεσία του κόμματος προδίδει τη λαϊκή εντολή. Παρακολουθούμε έντρομοι, προδομένοι. Ύστερα, μπροστά στην απουσία εναλλακτικής πρότασης, η ηγεσία εξασφαλίζει την παραμονή στην εξουσία, αυτήν που πήρε από τους μνηστήρες των τροϊκανών συλλέγοντας κινήματα και συλλογικότητες προκειμένου να φτάσει στον προορισμό της.
Χωρίς ποτέ να καταλάβει οι Ιθάκες τι σημαίνουν. Ντύθηκε το σώμα και το όνομα του νεκρού.
Ήταν «δεκαπέντε και κάτι» όταν η ηγεσία του κόμματος πρόδωσε, μεταξύ άλλων, τη γενιά μας. Το νεκρό σώμα αυτού του παιδιού με το οποίο ταυτίστηκε εκείνη η γενιά και το αίτημα για ζωή που άνθισε μέσα στα επόμενα χρόνια πάνω από τη σωρό του αλλά και η ελευθερία ενσαρκωμένη, βιωμένη μα και τόσο έλλογη μπροστά στο παράλογο και το αυθαίρετο της εξουσίας και της « ελεύθερης αγοράς » · αυτό το νεκρό σώμα, αυτό το αναστημένο σώμα που σαν να βγήκε μέσα από τα κόκαλα αυτού του παιδιού, πάει στράφι : το αποτελείωσαν μια και καλή, εκείνον τον Ιούνη του δεκαπέντε. Ούτε να το μπαζώνανε δηλαδή.
Και μετά, το τίποτα. Ο θάνατος φέρνει θάνατο βέβαια. Αποδεκατισμός. Η Νίκη στη Βουλή.
Χαράχτηκε κάτι όμως. Έμεινε η ελευθερία ανάμνηση στο σώμα μέσα βαθιά χαραγμένη, ερωτισμός ακατέργαστος, αλεξανδρινός, ανάμεικτος με θλίψη και απελπισία και ιστορική ευθύνη, απόηχος, μελωδία πίσω από το σάβανο ή λατέρνα που ακούγεται από μακριά να παίζει γλυκά κι όπως άλλοτε στο ράδιο η φωνή του συνθέτη του « βαλς των χαμένων ονείρων »… σεμνά υπερασπίζεται τη μνήμη ενός ακόμη αδικοχαμένου δεκαπεντάχρονου.
Τέλος πάντων: αύριο ή σήμερα είναι του Νικολάου. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή. Το αποτύπωμά του δεν το άφησε παρά μόνον στην ίδια την Ιστορία…
Αδριανός Μ.
Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.

