Της Ηρώς Διώτη
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Documento
Η καταγγελία συγγενών θυμάτων του εργοστασίου Βιολάντα ότι όσοι/ες εργάτες/ριες μιλούν για τις συνθήκες εργασίας εκεί –και για την οσμή που υπήρχε μέρες πριν από την έκρηξη που σκότωσε πέντε γυναίκες– απολύονται με συνοπτικές διαδικασίες δεν εκπλήσσει καμία και κανέναν μας.
Γιατί πριν από τη θεσμική διαφθορά που δεν δεσμεύεται από κανένα κράτος δικαίου, πριν από μια κυβέρνηση η οποία ασκεί εξωτερική και εσωτερική πολιτική ντροπιαστική για τη χώρα και στίγμα για την ιστορία της, πριν από την ανησυχητική αύξηση των φασιστικών επιρροών, η ελληνική τραγωδία είναι αυτός ο απελπιστικός συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, όπως διαμορφώθηκε αυτά τα 16-17 μνημονιακά χρόνια.
Είναι ο συσχετισμός που κάνει εργαζόμενες και εργαζόμενους να νιώθουν ανήμποροι απέναντι σε κάθε παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας, κάθε παράνομη αύξηση του ωραρίου, κάθε έλλειψη μέτρων ασφαλείας. Ζουν με την αίσθηση ότι ούτε το κράτος ούτε η συλλογική τους δύναμη μπορούν να τους προστατεύσουν. Χωρίς αυτή την εφιαλτική απώλεια της συλλογικής κοινωνικής δύναμης, καμία άλλη δυστοπία δεν θα ήταν εφικτή.
Η έκρηξη στη Βιολάντα είναι ένα έγκλημα που προκαλεί συντριβή. Πέντε γυναίκες σηκώθηκαν νύχτα να πάνε για δουλειά –δηλαδή από την ανάγκη τους να ζήσουν– και δεν ξαναγύρισαν σπίτι τους. Πίσω από τον θάνατό τους αποκαλύπτεται μια πραγματικότητα που απλώνεται σε πολλούς χώρους εργασίας.
Πρόχειρες εγκαταστάσεις για εξοικονόμηση κόστους, έλλειψη ελέγχων από δημόσιες υπηρεσίες ήδη αποψιλωμένες και υποτιμημένες, απουσία μέτρων προστασίας, υπερεργασία, αλλά κυρίως κλίμα φόβου, ειδικά στις μικρές τοπικές κοινωνίες. Εκεί κυριαρχεί η σιωπή.
Οι εργαζόμενες/οι δεν προχωρούν σε καταγγελίες μόνο επειδή οι εργοδότες απολαμβάνουν καθεστώς ατιμωρησίας ή επειδή φοβούνται την απόλυση, αλλά επειδή ξέρουν ότι δεν θα βρουν ξανά δουλειά στον τόπο τους. Μαζί με το στίγμα της φτώχειας και την αίσθηση της ανημπόριας (έννοια που εισήγαγαν οι συγγραφείς της μαύρης λίστας του μακαρθισμού για την αμερικανική κοινωνία) θα κουβαλούν το στίγμα του «ρουφιάνου» ή του «ταραξία». Κανείς δεν θα προσλαμβάνει κάποια ή κάποιον που σηκώνει ανάστημα.
Η περίπτωση της Βιολάντα συμπυκνώνει όλα αυτά. Και κάτι ακόμη: την απουσία σωματείου στη δουλειά. Παρά τη συντονισμένη προσπάθεια της κυβέρνησης να διαλύσει θεσμικά τις ενώσεις των εργαζομένων, παρά την υποβάθμιση του συνδικαλισμού –ενίοτε με ευθύνη του ίδιου– η σύσταση σωματείων στους χώρους δουλειάς, μαζί με τα κλαδικά, είναι ο τρόπος για να καταγγείλει, να διεκδικήσει και να κερδίσει ο κόσμος της εργασίας.
Κι όμως, ενώ οι εργαζόμενοι δεν είναι μόνο εκμεταλλευόμενοι αλλά υποψήφιοι νεκροί, ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τα μεσαία στρώματα, την απώλεια εισοδημάτων τους και την υπερφορολόγηση. Δίχως να ακούγονται τα αυτονόητα: αυξήσεις μισθών που θα υπερκαλύπτουν την ακρίβεια, συλλογικές συμβάσεις και διαπραγματεύσεις, ισχυροί έλεγχοι και Επιθεώρηση Εργασίας που θα λειτουργεί προς όφελος των εργαζομένων. Δίχως να γίνεται πραγματική συζήτηση για τις νέες μορφές εξαρτημένης εργασίας που εργαζόμενες/οι αντιμετωπίζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Οτι η τηλεργασία που αντικατέστησε τον χώρο δουλειάς μάς αφήνει έξω από οποιαδήποτε μορφή συλλογικής δράσης.
Η υποχώρηση της Αριστεράς και της κοινωνίας την τελευταία δεκαετία έχει πολλές διαφορετικές σημάνσεις. Είναι αδύνατο όμως να αναστραφεί αν δεν παλέψουμε για να αλλάξουν οι συσχετισμοί στους χώρους δουλειάς.
Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.

