Αναπτυξιακό νομοσχέδιο της Κυβέρνησης: Εργασιακά

Πολιτική
11 Οκτ, 2019

«Επενδύω στην Ελλάδα» τιτλοφορείται το αναπτυξιακό νομοσχέδιο της Κυβέρνησης. Tο πνεύμα που διατρέχει το σύνολο του ν/σ είναι βγαλμένο από τα εγχειρίδια των «Οικονομικών της Προσφοράς», του νεοφιλελευθερισμού κοινώς. Η κυβέρνηση εισάγει θεσμικά την πλέον χυδαία αντίληψη του ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενου όρου «ανταγωνιστικότητα». Εισάγει την έννοια που θέλει ανταγωνιστική μια οικονομία όπου θεσμικά η ευημερία των επιχειρήσεων προηγείται της ευημερίας των ανθρώπων. Με αυτό το ν/σ, το περιβάλλον και τα εργασιακά μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα χάριν της ανταγωνιστικότητας, της προσέλκυσης επενδύσεων, αυτό είναι το επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλο το ν/σ, η προσέλκυση επενδύσεων με κάθε κόστος.

Εργασιακά

Μέσα από το ν/σ η κυβέρνηση επιχειρεί να απορρυθμίσει περαιτέρω τα εργασίακα, προωθώντας τις ατομικές/επιχειρησιακές συμβάσεις έναντι των κλαδικών/συλλογικών, ενώ ταυτόχρονα προωθεί διατάξεις για τον ασφυκτικό έλεγχο των συνδικάτων από την εργοδοσία και το κράτος, με ηλεκτρονικό φακέλωμα και χτύπημα των συλλογικών διαδικασιών των εργαζομένων.

Σε ό,τι αφορά τις Συλλογικές Συμβάσεις και τους μισθούς, πατώντας πάνω σε όλες τις ανατροπές που επιβλήθηκαν με τα τρία κατά σειρά μνημόνια των κυβερνήσεων ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ, οι νέες διατάξεις έρχονται να διαμορφώσουν έναν μηχανισμό συμπίεσης των μισθών με στόχο την ανταγωνιστικότητα.

Το πολυνομοσχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων:

– Εξαιρέσεις από τις εθνικές, τις τοπικές κλαδικές και τις ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ για «επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα» ή λειτουργούν ως «επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας», νομικά πρόσωπα «μη κερδοσκοπικού σκοπού» κ.λπ.

– Σε περιπτώσεις συρροής, δλδ αν η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από περισσότερες ισχύουσες συμβάσεις εργασίας, οι επιχειρησιακές συμβάσεις υπερισχύουν έναντι των κλαδικών για τις παραπάνω επιχειρήσεις. Ακόμα και όταν οι κλαδικές ΣΣΕ δεν περιλαμβάνουν τέτοιου είδους ρήτρες εξαιρέσεων, δίνεται η εξουσία στον υπουργό Εργασίας και την κυβέρνηση να τις επιβάλλουν με Υπουργικές Αποφάσεις.

– Γενικά, σε περιπτώσεις συρροής η τοπική σύμβαση υπερισχύει και της εθνικής κλαδικής και της ομοιοεπαγγελματικής.

– Ακόμα και όταν γίνεται δυνατό να υπογραφεί κάποια κλαδική σύμβαση, για την επέκτασή της στο σύνολο του κλάδου, πέρα από τον όρο να υπογράφεται από εργοδότες που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο από το 50% των εργαζομένων του συγκεκριμένου κλάδου, θα πρέπει πλέον στη σχετική αίτηση επέκτασης να ελέγχονται οι επιπτώσεις της… «στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και τη λειτουργία του ανταγωνισμού»

– Προστίθενται νέοι περιορισμοί για την προσφυγή των εργαζομένων στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), καθώς η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής από τα συνδικάτα ουσιαστικά εξαλείφεται: Και εδώ απαιτείται να αποδεικνύουν ότι η υπογραφή ΣΣΕ… «επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας»!

Σε ό,τι αφορά τη συνδικαλιστική δράση το ν/σ προωθεί την απροκάλυπτη παρέμβαση του κράτους και της εργοδοσίας μέσα στα συνδικάτα.

Συγκεκριμένα, προβλέπει ηλεκτρονική ψηφοφορία για τις «αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων και λοιπών οργάνων διοίκησης» των συνδικάτων, «συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων κήρυξης απεργίας» (με διατύπωση που αρχικά παρουσιάζεται ως «δυνατότητα»), καθώς και τη δημιουργία «Γενικού Μητρώου Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων» στο υπουργείο Εργασίας.

Βασικός στόχος είναι το χτύπημα της δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων και το άνοιγμα του δρόμου για την ενίσχυση του φακελώματος των εργαζομένων. Με τις «ηλεκτρονικές ψηφοφορίες» επιχειρούν να κόψουν τους δεσμούς των ίδιων των εργαζομένων μεταξύ τους, το αναφαίρετο δικαίωμά τους να ενημερώνονται και να συζητούν συλλογικά στη Γενική τους Συνέλευση, να συνδιαμορφώνουν τα αιτήματά τους και το σχέδιο δράσης τους, να οργανώνουν συλλογικά τις απεργιακές και τις άλλες κινητοποιήσεις τους.

Και εδώ, μάλιστα, όπως και στα παραπάνω, όλα τα κρίσιμα ζητήματα για την εφαρμογή των εν λόγω αντιδραστικών διατάξεων παραπέμπονται σε αποφάσεις του υπουργού Εργασίας, στην πραγματικότητα δίνει στην κυβέρνηση και στον εκάστοτε υπουργό την εξουσία να ξαναγράφουν τον συνδικαλιστικό νόμο.

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.