Η υπόθεση Γιακουμάκη πρέπει να σταθεί αφορμή για μια βαθύτερη αντιμετώπιση του bullying

Πολιτική
09 Απρ, 2019


Μόλις πριν από μία μέρα, Δευτέρα, 8.4.2019 και μετά από μία αναβολή, ξεκίνησε στις δικαστικές αίθουσες η πολύκροτη δίκη για την υπόθεση των βασανιστηρίων που δεχόταν από συμφοιτητές του ο 20χρονος Βαγγέλης Γιακουμάκης, το πτώμα του οποίου εντοπίστηκε τον Μάρτιο του 2015 εκατοντάδες μέτρα από τη Γαλακτομική Σχολή Ιωαννίνων όπου φοιτούσε. Οι εννέα κατηγορούμενοι δικάζονται για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατ’εξακολούθηση το οποίο συνιστά πλημμέλημα και για το οποίο ο νόμος επισύρει ποινή τουλάχιστον τρεις μήνες.

Ο πλημμεληματικός χαρακτήρας της πράξης για την οποία κατηγορούνται τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τον αποτρόπαιο χαρακτήρα των πράξεων κακομεταχείρισης στις οποίες τον υπέβαλλαν επί ένα χρόνο όπου το θύμα ζούσε έναν καθημερινό εφιάλτη στα χέρια των συμφοιτητών του. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τον έκαιγαν με καυτό νερό στο λαιμό, τον κλείδωναν σε ντουλάπες, του πατούσαν τα δάχτυλα, του περνούσαν θηλιά από το λαιμό και τον κρεμούσαν, ενώ ένας από τους κατηγορουμένους, αφού τον είχε γρονθοκοπήσει μέχρι να ματώσει, απάντησε σε σχετική  ερώτηση των συμφοιτητών του ότι το έκανε «έτσι για πλάκα».

Η δυσαναλογία της βαρύτητας των πράξεων με τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται στο κατηγορητήριο είναι αποτέλεσμα,  πλέον του εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού των πράξεων, δεδομένου ότι κάποιες από αυτές θα μπορούσαν να συνιστούν και απόπειρα ανθρωποκτονίας, και του νομοθετικού κενού, της έλλειψης νομικού πλαισίου σχετικά με την τυποποίηση στο νόμο των περιστατικών που συνιστούν bullying, όταν τελέστηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις κατά του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Μόλις μετά από τη δημοσιοποίηση της πολύκροτης υπόθεσης και παρόμοιων περιστατικών εκφοβισμού, το φαινόμενο bullying απέκτησε στα ελληνικά νομικά δεδομένα ποινική διάσταση, όχι ως αυτοτελές έγκλημα, αλλά πτυχές από κάποιες συμπεριφορές, που συνθέτουν το φαινόμενο, έχουν ενταχθεί στο άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα ως «πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά», η οποία τιμωρείται με φυλάκιση, αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, όπως ισχύει μετά τη θέσπιση του άρ. 8 του Ν. 4322/2015, ενώ συμπεριφορές που συνιστούν bullying μπορεί να εντάσσονται στην υπόσταση και πολλών άλλων βαρύτερης μορφής εγκλημάτων της ελληνικής έννομης τάξης, όπως της ανθρωποκτονίας από δόλο ή από αμέλεια, της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, του βιασμού, της έκθεσης,  της βαριάς σωματικής βλάβης, της παράνομης βίας και της εξύβρισης, καθώς και περιστατικών ρατσιστικής βίας .

Αναμφίβολα, τα αντανακλαστικά της ελληνικής νομοθετικής εξουσίας ενεργοποιήθηκαν πολύ εκ των υστέρων, ως απάντηση απέναντι στην κοινωνική απαξία και αποδοκιμασία μίας μεμονωμένης περίπτωσης, που αν και υπήρχε ανέκαθεν ως γενικευμένο φαινόμενο, ξαφνικά απέκτησε συγκεκριμένο όνομα και ταυτότητα στο ελληνικό δίκαιο, όταν η υπόθεση Γιακουμάκη, με τις διαστάσεις που απέκτησε, ήρθε να αφυπνίσει το σώμα μίας κοινωνίας εν υπνώσει, στερούμενης της κατάλληλης παιδείας και του νομικού οπλοστασίου ώστε να αναγνωρίσει, να κατανοήσει και ώστε να τολμήσει να καταγγείλει το φαινόμενο είτε ως θύμα, είτε ως μάρτυρας είτε ως εγγύτερο περιβάλλον του θύματος, χωρίς αυτό βέβαια να αναιρεί την συνενοχή και ποινική ευθύνη ατόμων που συνειδητά ή από φόβο μήπως χάσουν κάποιο προνόμιο, σιωπούν και συναινούν ως συνένοχοι, όπως έγινε με τον διευθυντή της Σχολής όπου φοιτούσε ο Γιακουμάκης ο οποίος καταδικάστηκε τελεσίδικα για παράβαση καθήκοντος.

Το bullying συνιστά ένα πολυσύνθετο φαινόμενο νεανικής παραβατικότητας που αφορά στη χρήση εσκεμμένης, απρόκλητης, επαναλαμβανόμενης και συστηματικής βίας κυρίως μεταξύ ατόμων εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας , ενίοτε με έντονη βαναυσότητα, με σκοπό την επιβολή του δράστη μέσω της εξουθένωσης και ταπείνωσης του θύματος και με αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου, χωρίς να παραγνωρίζουμε την εκδήλωσή του και σε άλλους χώρους, όπως στον εργασιακό.  Ειδικότερα, ο σχολικός εκφοβισμός, ο οποίος εκδηλώνεται με τη μορφή λεκτικού, συναισθηματικού, κοινωνικού, σωματικού, και ηλεκτρονικού εκφοβισμού «cyber bullying», έχει πλέον λάβει διαστάσεις επιδημίας, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο το σχολείο καλείται σήμερα να αποτελέσει πόλο ενσωμάτωσης και επικοινωνίας μεταξύ μαθητών με διαφορετικό φυλετικό, θρησκευτικό, πολιτισμικό, και κοινωνικό υπόβαθρο. Ως γνωστόν, τις περισσότερες φορές τα θύματα είναι άτομα που ανήκουν σε μία ευάλωτη κοινωνική ομάδα ή μειονότητα, καθώς αποτελούν εύκολο στόχο και ο εκφοβισμός αποτελεί μία μορφή έκφρασης ψυχολογικής χειραγώγησης και διαπολιτισμικής και ταξικής σύγκρουσης.

Αν και ο ποινικός νόμος, ορθώς προβλέπει για ανηλίκους δράστες την επιβολή αναμορφωτικών και θεραπευτικών μέτρων και όχι αυτή του ποινικού σωφρονισμού, η ηθική βλάβη που υφίσταται συχνά το θύμα είναι τέτοια που η προσβολή της προσωπικότητάς του και της αξιοπρέπειάς του δε μπορεί να αποκατασταθεί με ένα τέτοιο μέτρο ή με μία ποινική καταδίκη ή με απλή επιδίκαση αποζημίωσης. Τα μέτρα αυτά ή η ποινή, έχοντας κατά την κρατούσα θεωρία ειδικοπροληπτικό και  γενικοπροληπτικό χαρακτήρα και σκοπό τη διαφύλαξη εννόμων αγαθών, καλούνται να αντισταθμίσουν τα δομικά κενά που συνεπάγεται η έλλειψη μίας παιδείας, προσανατολισμένης στην καλλιέργεια κοινωνικών και δημοκρατικών αξιών, όπως της ισότητας, της αλληλεγγύης, της ενσυναίσθησης, της κατανόησης, ανεκτικότητας και συνεργασίας, του σεβασμού πρωτίστως εντός του πυρήνα της οικογένειας, του σεβασμού στη διαφορετικότητα, στα δικαιώματα των ευάλωτων ομάδων, ενώ κρίσιμη είναι η κατάλληλη ενημέρωση, εκπαίδευση και η στήριξη εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων, ώστε να σπάσει η ομερτά που παρατηρείται συνήθως από τα θύματα, αλλά και από τους μάρτυρες των περιστατικών εκφοβισμού.

Φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας, όπως αυτό του bullying, κρούουν, ως σύμπτωμα, τον κώδωνα του κινδύνου που ελλοχεύει στις μέρες μας, όπου η διαπαιδαγώγηση και η διαμόρφωση του χαρακτήρα των ανηλίκων λαμβάνει χώρα σε έναν κοινωνικό ιστό που νοσεί από την αναπαραγωγή φαινομένων βίας και ανισότητας σε όλες τις πτυχές του ατομικού και κοινωνικού βίου, όπου θεμελιώδη ευθύνη έχουν οι ενήλικες και η έλλειψη πολιτικής βούλησης για τη ριζική εξάλειψη των βαθύτερων κοινωνικών αιτιών που οδηγούν στη διαιώνιση και όξυνση του φαινομένου.

Τομέας Δικαιοσύνης & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ΜέΡΑ25

Θέλεις να μαθαίνεις για τις δράσεις του ΜεΡΑ25; Γράψου εδώ.