Εργασιακό κόστος και περικοπές στις αποδοχές των εργαζομένων την περίοδο των Μνημονίων

Εργασιακό κόστος και περικοπές στις αποδοχές των εργαζομένων την περίοδο των Μνημονίων

 

Βασικοί πυλώνες του μνημονιακού πλαισίου οικονομικής πολιτικής αποτελούν η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και η εσωτερική υποτίμηση. Η πρώτη αφορά τη διευθέτηση των πολλαπλών υποχρεώσεων των εργοδοτών έναντι των εργαζομένων, ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει όλες τις πρωτοβουλίες και τα μέτρα που οδηγούν σε περικοπές των αποδοχών τους. Είναι αρκετά δύσκολο να καταγραφεί μια ολοκληρωμένη εικόνα του μεγέθους των περικοπών που συνέβησαν κατά την περίοδο της περασμένης δεκαετίας, καθώς αυτή αφορά τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως η παγίωση της απλήρωτης υπερωριακής απασχόλησης υπό την απειλή μη-ανανέωσης της σύμβασης (που είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί και να αποτυπωθεί επίσημα). Επιπλέον, οι μειώσεις στις αποδοχές των εργαζομένων συχνά συγχέονται με την αύξηση των φόρων εισοδήματος και κατανάλωσης, που μειώνουν επιπλέον το διαθέσιμο εισόδημα. Παρακάτω, επιχειρούμε να αναδείξουμε αποκλειστικά τη μείωση των μισθών και όχι του εισοδήματος συνολικά. Η επιθετικότητα των μέτρων αποδίδεται γλαφυρότατα στις σελίδες των τριών μνημονίων τα οποία στιγμάτισαν την οικονομική ιστορία της χώρας μας, καθώς και την αντίστοιχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα μέτρα επιβλήθηκαν σταδιακά από το 2010, και αφορούσαν τις αποδοχές του συνόλου του κόσμου της εργασίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Με το 1ο Μνημόνιο επιβλήθηκε η μείωση των λεγόμενων «δώρων» (Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας) όλων όσων εργάζονταν στο Δημόσιο, περίπου κατά 30%. Επίσης, όλα τα επιδόματα (γάμου, τέκνων κτλ.) υπέστησαν οριζόντια περικοπή κατά 12% και οι αποδοχές των υπαλλήλων των ΔΕΚΟ, Δήμων και σε ΝΠΙΔ, μειώθηκαν κατά 7%.

Με το 2ο Μνημόνιο τα «δώρα» αντικαταστάθηκαν από δύο επιδόματα των 500 ευρώ για όσους είχαν αποδοχές μικρότερες των 3.000. Θεσπίστηκε περαιτέρω περικοπή των επιδομάτων κατά 8% και 3% αντίστοιχα για τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ και το όριο των επιτρεπόμενων απολύσεων του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε. Επιπλέον, νομοθετήθηκαν μειώσεις στον κατώτατο μισθό (από 751 σε 586 ευρώ), θέσπιση υπό-κατώτατου για ηλικίες εργαζομένων 25 ετών και κάτω, ενώ μειώθηκε επίσης και το επίδομα ανεργίας (από 461 σε 361 ευρώ). Παράλληλα, το ποσοστό ανεργίας κινούταν ανοδικά, συμβάλλοντας στη διατάραξη των εργασιακών σχέσεων και την αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων. Για παράδειγμα, η διάρκεια για τη θεμελίωση του δικαιώματος μετατροπής συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνο σε αορίστου, επεκτάθηκε από 2 σε 3 έτη, καταργήθηκε η μονιμότητα των εργαζόμενων σε ΔΕΚΟ και ετέθη σχέδιο σταδιακής απομείωσης του πληθυσμού των δημοσίων υπαλλήλων.

Αμέσως μετά το 2ο Μνημόνιο, ψηφίστηκε από τη Βουλή κι ένα ενδιάμεσο, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 από την κυβέρνηση Σαμαρά. Εκεί, μεταξύ άλλων επώδυνων δημοσιονομικών μέτρων, προβλεπόταν η συρρίκνωση των λεγόμενων «εφάπαξ» των ταμείων προνοίας, η κατάργηση της καθολικότητας της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η κατάργηση των «δώρων», η μείωση του απαιτούμενο χρόνου για προειδοποίηση της απόλυσης από 4 σε 6 μήνες και η κατάργηση όλων των οικογενειακών επιδομάτων (που αντικαταστάθηκαν με ένα επίδομα για τη στήριξη των τέκνων το οποίο ήταν εξαιρετικά χαμηλότερο σε σχέση με τα προηγούμενα).

Όλα τα παραπάνω, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της συνολικής μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου από 31 δισεκατομμύρια ευρώ το 2009, σε 21,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2016 (σύμφωνα με τη Eurostat). Αντίστοιχα, στον ιδιωτικό τομέα, η μείωση της μισθολογικής δαπάνης ήρθε με τον πλέον σφοδρό τρόπο, την ανεργία. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΑΑΔΕ (ανεξάρτητης αρχής δημοσίων εσόδων), μεταξύ των αντίστοιχων ετών, το σύνολο των μισθών που δηλώθηκαν στις φορολογικές δηλώσεις ήταν μειωμένο κατά 19,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, οι περικοπές στον δημόσιο και των ιδιωτικό τομέα ήταν της τάξεως των 10 δισεκατομμυρίων ευρώ αντίστοιχα.

Σε όλα τα παραπάνω, εάν λάβει κανείς υπόψιν τις αυξήσεις στη φορολογία (άμεσης, έμμεσης, ΕΝΦΙΑ κτλ.), τις αντίστοιχα πολυπληθείς μειώσεις στις συντάξεις, τη μειωμένη κάλυψη δαπανών υγείας και τις μειώσεις όλων των υπολοίπων εισοδημάτων (από τόκους, μερίσματα, ενοίκια κτλ.), μπορεί θα διαπιστώσει ότι η ελληνική οικονομία έχει υποβιβαστεί σε μια εξαιρετικά χαμηλότερου εισοδηματικού επιπέδου χώρα σε σχέση με τις αντίστοιχες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μισθολογική απόσταση μεταξύ Ελλάδας και των υπολοίπων χωρών της ΕΕ έχει διευρυνθεί κατά την περίοδο των Μνημονίων και παρά τις συνεχιζόμενες θυσίες των μισθωτών στη χώρα μας, η οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως χρεοκοπημένη. Στον Πίνακα, παρατηρούμε ότι η διαφορά στο συνολικό μέγεθος του κατά κεφαλήν εισοδήματος μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης έχει μεγαλώσει σε εξαιρετικά ανησυχητικό βαθμό. Εάν η απόσταση του κατά κεφαλήν εισοδήματος ήταν περίπου 13,2% το 2009, ύστερα από 9 χρόνια μνημονιακής πολιτικής και περικοπών, η αντίστοιχη διαφορά καταγράφεται σε 36,7%.

Η επιμονή σε ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής που στηρίζεται στη φτωχοποίηση των εργαζομένων και την απαξίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου οδηγεί σε μαρασμό των δυνατοτήτων μιας οικονομίας. Η προοπτική της ελληνικής οικονομίας μπορεί να αλλάξει μόνο εάν η λιτότητα πάψει να αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της αναπτυξιακής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τομέας Εργασίας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης ΜέΡΑ25