Αύξηση του κατώτατου μισθού με παγίδες και εμπόδια

Αύξηση του κατώτατου μισθού με παγίδες και εμπόδια

Θυμάστε που το 2011 το ΔΝΤ έκανε «λάθος» με τον πολλαπλαστιαστή δαπανών και με την πολιτική λιτότητας που μας επέβαλλε βύθισε την ελληνική οικονομία σε μια ανεπανάληπτη ύφεση; Έτσι και τώρα οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού κάνουν «λάθος» όταν υποεκτιμούν τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις μιας αύξησης του κατώτατου μισθού στο σύνολο της οικονομίας. Η λογική τους ακολουθεί την πολυκαιρισμένη πολιτική συνταγή της κας Μέρκελ, που εστίαζε την προσοχή της αποκλειστικά στο νοικοκυριό ή την επιχείρηση και όχι στην οικονομία συνολικότερα. Τα πράγματα όμως απέχουν πολύ από αυτό το παρωπιδικό ιδεολόγημα. Οπωσδήποτε μία αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10% για παράδειγμα, θα επιβαρύνει το μισθολογικό κόστος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, αλλά η βελτίωση της ιδιωτικής κατανάλωσης στην οικονομία, αργά ή γρήγορα αναμένεται να εμφανιστεί στα έσοδά τους επηρεάζοντας θετικά τον κύκλο εργασιών. Με άλλα λόγια, μια «οριζόντια» αύξηση των μισθών των εργαζομένων δεν αποτελεί μόνο κόστος των εργοδοτών, αλλά συντελεί και στην ενίσχυση της αγοραίας ζήτησης.

Με το ίδιο σκεπτικό, η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν πρόκειται να επιβραδύνει – όπως ισχυρίζεται η πλειοψηφία των συντηρητικών πολιτικών κύκλων της Ευρώπης – την αύξηση απασχόλησης. Αντιθέτως, η προσδοκώμενη βελτίωση του τζίρου των επιχειρήσεων, μεσοπρόθεσμα, είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει θετικά νέες προσλήψεις και να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Επίσης, μια μικρή αύξηση του κατώτατου μισθού δεν πρόκειται να μας στερήσει βαθμούς από την πολυπόθητη ανταγωνιστικότητα, αφού το μισθολογικό κόστος των εξαγωγικών επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά μικρό έως και αμελητέο.

Το πρόβλημα είναι άλλο και δεν συζητιέται όσο θα έπρεπε. Ποιους αφορά η αύξηση του κατώτατου μισθού;

Ύστερα από την υπογραφή τριών Μνημονίων η αγορά εργασίας στην Ελλάδα έχει απορρυθμιστεί και πολλές νέες συμβάσεις εργασίας είναι πλέον ατομικές ή επιχειρησιακές. Σύμφωνα με το νέο νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού επηρεάζει μισθολογικά τις συμβάσεις οι οποίες έχουν υπογραφεί από εργοδοτικούς φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι εκπροσωπούν κατ᾽ ελάχιστο το 51% των εργαζομένων στον κλάδο. Πώς όμως γίνεται να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο; Ο νόμος προβλέπει την κατάθεση ενός Μητρώου Μελών ώστε να διαπιστωθεί το μέγεθος εκπροσώπευσης του κλάδου και άρα να εφαρμοστεί το κριτήριο της επεκτασιμότητας των νέων κλαδικών συμβάσεων που θα αντικαταστήσουν τις προηγούμενες επιχειρησιακές ή ατομικές. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η κατάθεση ενός τέτοιου μητρώου δεν είναι υποχρεωτική (εγκύκλιος του Υπ. Εργασίας, 13 Ιουνίου 2018*) και συνεπώς οι εργοδότες μπορούν να παρακωλύσουν τη διαδικασία με νόμιμο και συμφέροντα γι᾽ αυτούς τρόπο, ενώ ο κατώτατος μισθός ακόμα κι εάν συμφωνηθεί, να παραμείνει ανεφάρμοστος.

Ο δημόσιος και πολιτικός διάλογος για τον κατώτατο μισθό οφείλει πρώτα να είναι θεσμικός και ύστερα ποσοτικός. Πρώτα πρέπει να διασφαλίζεται η ισχύς της «συλλογικής διαπραγμάτευσης» και του διαλόγου των κοινωνικών εταίρων και ύστερα να τίθεται σε εφαρμογή η διαδικασία της δημόσιας συζήτησης. Η πραγματική και πλήρης επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων θα προϋπέθετε τη νομοθέτηση ενός πλαισίου που υποχρεώνει τους εργοδότες να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και να μην αφήνει τους εργαζόμενους έκθετους να υποστηρίζουν κενούς, αβέβαιους και ανίσχυρους θεσμούς.

Το ΜέΡΑ25 τάσσεται υπέρ του επαναπροσδιορισμού ενός ισχυρού θεσμικού πλαισίου για την αναβάθμιση του κατώτατου μισθού ως αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής του για την προώθηση νέων θέσεων εργασίας αξιοπρεπούς διαβίωσης.

* (βλ. τελευταία παράγραφο: https://www.e-forologia.gr/lawbank/document.aspx?digest=598409FE0C735A00.1D031AEA53&version=2018/06/13)