Το όριο των καπιταλιστικών νόμων και η ανθρώπινη παρέμβαση: Ανισοτροπία – Ανομοιογένεια – Ανισοκατανομή

Το όριο των καπιταλιστικών νόμων και η ανθρώπινη παρέμβαση: Ανισοτροπία – Ανομοιογένεια – Ανισοκατανομή

Τα τελευταία 8 χρόνια λόγω της οικονομικής ύφεσης, τα οικονομικά έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας. Από τα καφενεία, τα  δελτία ειδήσεων μέχρι τα πανεπιστήμια, όλοι ανεξαρτήτως ηλικίας μιλάνε για αυτό το δύστροπο επιστημονικό πεδίο.

Έχουμε όμως καταλάβει τι είναι ελεύθερη οικονομία και πως λειτουργεί;

Η αρχή των φυσικών επιστημών που είναι μεν διαπιστωμένη αλλά μη αποδείξιμη (δηλαδή λειτουργεί ως φυσικό αξίωμα) είναι ότι το σύμπαν είναι ομογενές και ισότροπο. Ομογενές επειδή όπου και αν παρατηρήσουμε, βλέπουμε μια ισοκατανομή ενέργειας και ύλης και ισότροπο γιατί σε κάθε σημείο του ισχύουν οι ίδιοι φυσικοί νόμοι. Κάθε απειροστό σωματίδιο του υλικού σύμπαντος υπακούει στους θεμελιώδεις νόμους της φύσης, τα πεδία δυνάμεων δηλαδή και τη γεωμετρία του χωροχρόνου. Δεν υπάρχει εξαίρεση.

Το οικονομικό σύμπαν από την άλλη είναι ένα σύμπαν το οποίο δεν είναι ομογενές ούτε ισότροπο. Και αν η ανομοιογένεια είναι κάτι το προφανές ιδιαίτερα στην εποχή της μεγάλης ανισότητας, η ανισοτροπία είναι μία συνθήκη που το καθιστά τρομερά δύσκολο στη μελέτη του. Οι νόμοι του οικονομικού σύμπαντος ενός χώρου ν διαστάσεων -όσοι οι βαθμοί ελευθερίας ενός κλειστού οικονομικού συστήματος- είναι νόμοι εμπειρικοί και στατιστικοί. Μπορεί να ισχύουν στο 99% των περιπτώσεων αλλά στο 1% να καταρρέουν ή να αλλοιώνονται ή να αντικαθίστανται με εντελώς διαφορετικούς. Ο νόμος της προσφοράς και ζήτησης είναι θεμελιώδους σημασίας στην οικονομία. Και να όμως που υπάρχουν περιπτώσεις που ένα προϊόν ανεβάζοντας τη τιμή του πετυχαίνει περισσότερη ζήτηση. Είναι σαν να διαπιστώναμε ότι μία μπάλα ενώ κινείται σε υψηλότερο δυναμικό εντούτοις αυξάνει τη ταχύτητα της.

Σε αυτό το αβέβαιο περιβάλλον, οι μαθηματικοί οικονομολόγοι καλούμαστε να δημιουργήσουμε μοντέλα πρόβλεψης τα οποία προσομοιάζοντας την πολυπλοκότητα των κινήσεων σε έναν χώρο πολυδιάστατο και την επιρροή της ίδιας μας της παρέμβασης σε αυτό, θα μπορέσουν να δώσουν ένα αποτέλεσμα χρήσιμο για την κατανόηση της πορείας ενός οικονομικού δείκτη. Αυτά τα μοντέλα είναι μαθηματικοί αλγόριθμοι, αυτοσυνεπείς και λογικοί που επιλύουν ένα πρόβλημα αρχικών τιμών. Και οι αρχικές τιμές είναι οι αρχικές παραδοχές που πρέπει ο χρήστης του μοντέλου να εισάγει ως αρχικές συνθήκες. Οπότε ακόμα κι αν το μοντέλο είναι σωστό, οι αρχικές τιμές μπορεί να είναι λανθασμένες και να οδηγήσουν σε ένα αποτέλεσμα που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Τα μοντέλα λοιπόν έχουν έναν μεγάλο παράγοντα αβεβαιότητας ακριβώς επειδή υπερβαίνουν τον μαθηματικό φορμαλισμό και απαιτούν από τον ίδιο τον άνθρωπο να πάρει αποφάσεις και να κάνει εκτιμήσεις για το πού βρισκόμαστε τη στιγμή t=0. Εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα το οποίο τελικά αποτελεί και ένα χρήσιμο εργαλείο πολιτικής εξαπάτησης. Διαλέγοντας τις κατάλληλες τιμές και με τον μανδύα της επιστήμης και των μαθηματικών μπορείς να “αποδείξεις” ότι η πολιτική σου είναι σωστή ή ότι είναι λάθος. Με μικρές αλλαγές στις σταθερές του μοντέλου, μία οικονομία μπορεί να χαρακτηριστεί υγιής άρα να βαθμολογηθεί υψηλά ενώ ακριβώς η ίδια οικονομία με άλλα στοιχεία να αποδειχτεί καταρρέουσα. Συνεπώς, ο ίδιος ο άνθρωπος με ότι αυτός μεταφέρει – άγνοια, σκοπιμότητα παραπληροφόρηση – καθίσταται υπεύθυνος για την πορεία της οικονομίας την οποία αυτοτροφοδοτεί και αυτοεκπληρώνει.

 

Σε συνέχεια όλων αυτών, ένα μεγάλο παράδοξο στη μαθηματική μελέτη της οικονομίας είναι κι η κατάρρευση κάθε αρχής διατήρησης όπως ισχύει στον φυσικό μας κόσμο. Σε οποιοδήποτε κλειστό σύστημα θεμελιώδης νόμος της φυσικής είναι η διατήρηση της αρχικής ποσότητας φορέων, παράδειγμα σωλήνα νερού – εξίσωση συνέχειας. Όταν έχουμε ροή νερού σε έναν κλειστό σωλήνα η εξίσωση συνέχειας της μάζας σημαίνει ότι η μάζα αυτή δεν εξαφανίζεται ούτε και παράγεται νέα κατά την μετακίνηση του. Ομοίως στις χημικές αντιδράσεις η μάζα των αντιδρώντων ισούται με την μάζα των προϊόντων. Εν αντιθέσει, στην οικονομία όπου και αυτή αποτελεί ένα κλειστό σύστημα το οποίο όμως με εσωτερικές κινήσεις δημιουργεί νέα αξία (φυσικά δεν αναφερόμαστε στην υπεραξία που δημιουργείται από την εργασία, αλλά στη φούσκα των σύγχρονων τραπεζικών-χρηματοοικονομικών προϊόντων), δηλαδή νέους φορείς. Πως δημιουργείται όμως αυτή η νέα αξία; Στην ουσία η δημιουργία της αποτελεί μια ψευδαίσθηση,  η οποία ανατροφοδοτεί το υπάρχον σύστημα με τρόπο που δεν αντιπροσωπεύει την ήδη υπάρχουσα πραγματική αξία, αλλά προσβλέπει στην μελλοντική δημιουργία αυτής. Με άλλα λόγια, πραγματώνεται μέσα από  την μεταφορά αξίας από το μέλλον στο παρόν με την πεποίθηση ότι αυτή θα υπάρχει όταν το μέλλον θα γίνει παρόν.

 

Τέλος, αυτό που παρατηρούμε να συμβαίνει σταθερά και ολοένα και κλιμακούμενο είναι ένας ιδιότυπος νόμος έλξης της οικονομίας, που συνοψίζεται στην πρόταση : Το χρήμα έλκει χρήμα (συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, βλέπε Καρλ Μαρξ). Σύμφωνα με αυτόν, όσο πιο μεγάλο κεφάλαιο έχει κάποιος τόσο περισσότερα τείνει να συγκεντρώνει. Όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα της Oxfam (διεθνής συνομοσπονδία φιλανθρωπικών οργανώσεων), το 82% του πλούτου που δημιουργήθηκε πέρυσι κατέληξε στα χέρια του 1% των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου. Επιπλέον, 3,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι, το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, δεν είχε το παραμικρό όφελος από την παγκόσμια ανάπτυξη της περασμένης χρονιάς.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι συγκεντρώσεις κεφαλαίου παραμένουν ακλόνητες απορροφώντας συνεχώς και άλλο χρήμα, οδηγώντας το υπάρχον καπιταλιστικό σύστημα ολοένα και γρηγορότερα σε μια μαύρη τρύπα, όπου όχι απλά το 1%, αλλά σύντομα το 0,0001% θα κατέχει το 99,9999% του παγκόσμιου πλούτου.

Η φυσική τάση όμως μας λέει το ακριβώς αντίθετο. Όταν υπάρχουν μεγάλες ανισότητες στις συγκεντρώσεις σε ένα δοσμένο σύστημα, οι φορείς πλειονότητας να διασπείρονται ίσα σε όλο το χώρο του συστήματος ώστε να εξισωθούν οι συγκεντρώσεις. Σε αυτό το φαινόμενο διάχυσης οφείλεται μέχρι κι η λειτουργία των τρανζίστορ της μεγαλύτερης εφεύρεσης του 20ου αιώνα που μας έφεραν στην ηλεκτρονική εποχή. Είναι θεμελιώδης τάση των φυσικών συστημάτων να τείνουν στην ισοκατανομή.

Τι σταματάει λοιπόν την οικονομία από αυτή ακριβώς την τάση; Ο ίδιος ο άνθρωπος.

Είναι τέτοια η αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την οικονομία που ορίζει μέχρι και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ενάντια στις αναμενόμενες φυσικές της αντιδράσεις.

 

Από την στιγμή λοιπόν που άνθρωπος επηρεάζει την οικονομία σε τέτοιον βαθμό, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι έρμαιο αυτής. Επομένως, οφείλει να θεσπίσει ένα πλαίσιο το οποίο θα εγγυάται ότι θα είναι βιώσιμη, ένα πλαίσιο ισοκατανομής που θα αναιρεί τις ανισότητες προωθώντας την ανάπτυξη, από όλους για όλους.

 

*Για αυτό το θέμα προφανώς μπορούν να ειπωθούν και να γραφούν πάρα πολλά, τα οποία δεν είναι στους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

 

Νίκος Χόντος

Μεταπτυχιακός Φοιτητής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών ΕΜΠ, μέλος DiEM25